Ο δημόσιος διάλογος υπηρετεί συχνά την ανακύκλωση κοινοτοπιών και στερεοτύπων. Δεν είναι παράλογο, καθώς η παραγωγή αυθεντικής σκέψης προϋποθέτει χρόνο και σκέψη. Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα το οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες είναι οριακά ανίκανες να παραγάγουν, καθώς είναι εγκλωβισμένες στην κίνηση μιας ρόδας που δεν αφήνει δευτερόλεπτο περισυλλογής. Η ολοένα και βαθύτερη διείσδυση της τεχνητής νοημοσύνης σε όλα τα επίπεδα της ζωής –και όπως σταδιακά προκύπτει– και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημιουργεί εντέλει ένα περιβάλλον στο οποίο το ζητούμενο είναι η πραγματικότητα. Οποια και αν είναι αυτή, όπως και αν μπορεί να προσδιοριστεί.
Εξ ορισμού οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις –στη συντριπτική πλειονότητά τους περιορισμένες γεωγραφικά στη συλλογική Δύση– εμφανίζονται να είναι πολύ δυσκολότερο να ελιχθούν σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου αυταρχικά καθεστώτα, συχνά προσωποπαγή ή τυπικά ολιγαρχικά, καταγράφονται ως δήθεν «ικανότερα» να ανταποκριθούν στις σύγχρονες «προκλήσεις».
Τα πράγματα είναι, βεβαίως, πολύ πιο περίπλοκα, καθώς η μονολιθικότητα σπάνια αποτέλεσε χαρακτηριστικό που οδήγησε κοινωνίες σε υπεροχή. Οσοι στην πραγματικότητα απεχθάνονται τη δημοκρατία περιγράφουν το πολίτευμα ως εγγενώς «αδύναμο», καθώς δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις που –σε γενικές γραμμές– είναι αυταρχικές. Και ερμηνεύονται, βεβαίως, ως μία από τις πολλές αιτίες που όλοι όσοι στοιχίζονται στα κέντρα λήψης αποφάσεων οφείλουν να γίνουν πιο «σκληροί».
Η πραγματικότητα είναι, όμως, πολύ πιο περίπλοκη. Αν υπάρχει κάτι στη Δύση που φαίνεται να την υπονομεύει, δεν είναι τόσο οι πιο ανοιχτές κοινωνίες της σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο, όσο η έλλειψη κοινών στόχων. Οι δυτικές κοινωνίες είναι εσωτερικά πιο διχασμένες από ποτέ λόγω της διεύρυνσης των ανισοτήτων. Ως κοινωνίες που εκ των πραγμάτων λειτουργούσαν με μοχλό την ύπαρξη μιας ισχυρής και ευημερούσας μεσαίας τάξης, άκμασαν με βάση την ύπαρξη μιας ευρείας καταναλωτικής βάσης και ενός συστήματος (σοσιαλδημοκρατικής και χριστιανοδημοκρατικής πολιτικής καταγωγής) που παρείχε δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και ένα δίχτυ προστασίας. Η διάλυση των δυτικών βεβαιοτήτων είναι η κατάρρευση των φιλοδοξιών, των ελπίδων και των παροχών που κάποτε ήταν δεδομένες για τα παιδιά και τα εγγόνια των boomers. Κοινωνίες οι οποίες υποχωρούν και περιμένουν λιγότερα για τις επόμενες γενιές είναι κοινωνίες που δεν μπορεί ούτε στόχους να θέτουν, ούτε, βεβαίως, να βρίσκουν συλλογικές λύσεις. Είναι κοινωνίες πεισιθάνατες, που απλώς περιμένουν την έλευση του αναπόφευκτου από όπου και αν αυτό προέλθει.

