Οταν ο Νίτσε αναφώνησε «Ο Θεός είναι νεκρός», στη «Χαρούμενη επιστήμη» το 1882, εννοούσε πως οι ιδέες του Διαφωτισμού είχαν αναδείξει τον κυρίαρχο ρόλο των φυσικών νόμων στο Σύμπαν, πως δεν θα κυριαρχούσε πλέον η ιδέα της Θείας Πρόνοιας. Αυτό, έγραψε ο άθεος Γερμανός φιλόσοφος έξι χρόνια αργότερα στο «Λυκόφως των ειδώλων», μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα για τους ανθρώπους. «Οταν κάποιος εγκαταλείπει τη χριστιανική πίστη, χάνει και το δικαίωμα στη χριστιανική ηθική. Αυτή η ηθική δεν είναι αυτονόητη… Ο χριστιανισμός είναι σύστημα, ένα σύνολο πραγμάτων που επινοήθηκαν μαζί. Οταν καταργούμε μία από τις κύριες έννοιές του, την πίστη στον Θεό, τότε σπάμε το σύνολο».
Η φιλελεύθερη δημοκρατία που γνωρίζουμε έχει ανάγκη μια ισχυρή συμμαχία με τον χριστιανισμό στο σύνολό του.
Ο θάνατος του Πάπα Φραγκίσκου έφερε στον νου αυτές τις σκέψεις, αναδεικνύοντας ότι ο Νίτσε είχε εν μέρει δίκιο, αλλά πως η ανθρωπότητα είχε βρει τρόπο να συμβιβαστεί με τον «θάνατο» του Θεού και την ανάγκη για τη συνέχιση της χριστιανικής ηθικής. Η σημαίνουσα –ανθρώπινη– ειρωνεία είναι πως οι ιδέες του Διαφωτισμού εξελίχθηκαν μέσα από τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του Ουμανισμού, ώστε να δημιουργήσουν ένα ολοκληρωμένο σύστημα το οποίο συμπεριελάμβανε και την απουσία του θείου και την ύπαρξη ηθικής. Ο Φραγκίσκος ενσάρκωνε αυτό το άλμα, ο ίδιος λειτούργησε ως γέφυρα μεταξύ του χριστιανισμού και των φιλελεύθερων ιδεών της εποχής μας. Ακούμπησε πάνω στη χριστιανική ηθική για να αναρωτηθεί «Ποιος είμαι εγώ να κρίνω», όταν ρωτήθηκε για την ομοφυλοφιλία. Οδηγοί του ήταν η απλότητα και η ταπεινότητα, η αναγνώριση της απόγνωσης, του πόνου, του δικαιώματος στην αξιοπρέπεια του «άλλου» – του αντιπάλου, του πρόσφυγα, του μετανάστη, του κάθε ζωντανού πλάσματος. Νοιαζόταν για το περιβάλλον, ακολουθώντας τα χνάρια του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Ξεφεύγοντας από δόγματα και στερεότυπα, ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς στις πράξεις και στα λόγια του Φραγκίσκου πού τελείωνε η ηθική που δίδαξε ο Χριστός και πού άρχιζαν οι αρχές της «κοσμικής ηθικής» που απορρέουν από τον Διαφωτισμό και από την προσπάθεια των ανθρώπων να ζήσουν χωρίς συνεχείς πολέμους και αδικίες.
Το ότι ουδείς σήμερα γνωρίζει εάν ο επόμενος Πάπας θα είναι «προοδευτικός» ή «συντηρητικός», ούτε, συνεπώς, προς τα πού θα οδηγήσει το ποίμνιο της μεγαλύτερης σε πληθυσμό χριστιανικής Εκκλησίας, δείχνει πόσο σπάνιος ήταν ο Φραγκίσκος και πόσο σημαντικό είναι το σταυροδρόμι στο οποίο η ανθρωπότητα βρίσκεται σήμερα. Σήμερα, που στην παγκόσμια πολιτική σκηνή κυριαρχούν άνθρωποι που δεν νοιάζονται για τον πόνο και τα δικαιώματα άλλων, είναι σαφές ότι κινδυνεύει η φιλελεύθερη δημοκρατία και όσα ενσωμάτωσε από τη χριστιανική ηθική. Η φιλελεύθερη δημοκρατία που γνωρίζουμε, παιδί του Διαφωτισμού που «σκότωσε» τον Θεό, έχει ανάγκη μια ισχυρή συμμαχία με τον χριστιανισμό στο σύνολό του, για να ενισχύσουν και μαζί το μέτωπο εναντίον της βαρβαρότητας.

