Το περασμένο Σάββατο, αφήσαμε τον στρατιώτη Ιωάννη Μαργαριτόπουλο, βετεράνο της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Εβρου μαζί με τη μονάδα του, με τους κομιτατζήδες να αποτελούν συνεχή απειλή.
Είναι η περίοδος που στη Λωζάννη γίνονται οι διαπραγματεύσεις για τη Διάσκεψη Ειρήνης. «Δεν μπορούν να συμβιβαστούν οι αντίθετες μερίδες και η ατμόσφαιρα είναι επικίνδυνος», σχολιάζει ο Μαργαριτόπουλος στο «Με μια χαρά. Η στρατιωτική θητεία του Ιωάννη Μαργαριτόπουλου, Μικρά Ασία και Ελλάδα 1921-1924» (επιμ. Δημ. Παναγιωτόπουλου – Αλ. Μακρή, εκδ. Ο Μωβ Σκίουρος). Προσθέτει αμέσως μετά: «Στο μεταξύ η στρατιωτική διοργάνωσις συνετελέσθη και κατόρθωσαν οι ανώτεροί μας να μας εμφυτεύσουν την εκδίκησι κατά των Τούρκων».
Είναι γνωστό πως μετά την Καταστροφή έγινε συστηματική προσπάθεια για αιφνιδιαστική προέλαση στην Ανατολική Θράκη. «Η διάβαση του ποταμού Εβρου “διά λεμβοζεύκτου γεφύρας” θα πραγματοποιούταν από το Δ΄ Σώμα Στρατού, την ΧΙΙ Μεραρχία και την Μεραρχία Ιππικού, στην οποία υπηρετούσε ο Μαργαριτόπουλος», εξηγούν οι επιμελητές ιστορικοί του τόμου.
Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι έπειτα από μια ήττα απολύτως συντριπτική για τη χώρα, μέσα σε λίγους μήνες, ο απλός στρατιώτης νιώθει έτοιμος για εξόρμηση και πάλι.
«Περιμένουμε από στιγμή τη διαταγή της ενάρξεως των επιχειρήσεων», γράφει ο Μαργαριτόπουλος. Πράγματι, δίνεται η διαταγή για κίνηση τέλη Μαΐου και οι άνδρες καταυλίζονται «μέσα σε μια χαράδρα κοντά σε ποταμάκι, κρυμμένοι μέσα σε μεγάλα πλατάνια, διά τον φόβον των αεροπλάνων. (…) Από στιγμή σε στιγμή περιμένουμε τη διαταγή να περάσουμε τον Εβρο, που δεν απέχει περισσότερο από 3/4 της ώρας».
Οπως διευκρινίζουν οι ιστορικοί Παναγιωτόπουλος – Μακρής: «Στις 27 Μαΐου 1923 η Μεραρχία Ιππικού είχε συγκεντρωθεί νοτίως της συμβολής των ποταμών Εβρου και Εργίνη και βρισκόταν σε επιχειρησιακή ετοιμότητα ώστε να μεταφερθεί ανατολικώς του ποταμού Εβρου». Τι λένε μεταξύ τους οι στρατιώτες; «”Θα τους λυσσιάξουμε” λέει ο ένας, “θα φύγουν μόλις μας αντικρύσουν” λέγει ο άλλος και τόσες άλλες γνώμες εκφέρονται από όλα τα στόματα πράγμα που έδειχνε τον ενθουσιασμό όλων», γράφει ο Μαργαριτόπουλος.
Σε τέτοιες καταστάσεις, ο ενθουσιασμός συνδυάζεται με ένα είδος στωικής αποδοχής του ενδεχόμενου θανάτου. «Ε! Κώστα, έλα να καπνίσουμε κανένα μαζύ γιατί ποιος ξέρει, αύριο θα είμαστε στη ζωή;», «Μήτσο, να σου πω τι θέλω να κάμης άμα σκοτωθώ» κτλ. Ο Μαργαριτόπουλος υπογραμμίζει ότι έτσι «γίνεται πάντα την παραμονή της μάχης».
Νωρίς την 28η Μαΐου «είμαστε όλοι στο πόδι». Ολοι περιμένουν τη διαταγή για την εξόρμηση. Η συνέχεια όμως αύριο.

