Ετυχε ποτέ να βρεθείτε σε ορθόδοξες εκκλησίες του εξωτερικού; Από τα λίγα που ξέρω ή έχω ζήσει, οι λειτουργίες τους ψάλλονται συχνά σε πάνω από μία γλώσσες: ελληνικά και αγγλικά, ελληνικά και γερμανικά και, βέβαια, σερβικά, αραβικά κ.λπ. Μου φαίνεται ένα ενδιαφέρον πολιτισμικό μείγμα, που δεν μπορεί παρά να εξυπηρετεί όσους ακούν το Ευαγγέλιο σε γλώσσα που κατανοούν.
Για παράδειγμα, καταφέραμε πέρυσι με τη Ν. και πήγαμε για Πάσχα στη Νάπολη. Το Μεγάλο Σάββατο, στον ορθόδοξο ναό των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στο κέντρο της πόλης, ακούσαμε τη λειτουργία στα ελληνικά και, προφανώς, στα ιταλικά. Μαζί μας βρίσκονταν μερικοί Ουκρανοί και λίγοι Αιθίοπες ορθόδοξοι, που επίσης αντάλλαξαν ευχές στη γλώσσα τους. Η εκκλησία είχε γενικώς πολύ κόσμο και κανείς φυσικά δεν έδειξε να δυσφορεί στο ελάχιστο από την πολυφωνία.
Πέραν της μάταιης ενόχλησης για τις γλώσσες των άλλων, από την Ανάσταση στη Νάπολη έλειπε νομίζω και κάτι άλλο. Μπορεί να εξιδανικεύω, όμως η συγκολλητική ουσία εκείνης της πολυεθνικής λειτουργίας δεν ήταν μόνο το κοινό χριστιανικό δόγμα. Ηταν ίσως και η εμφανής απουσία ξενοφοβικών σταγονιδίων και διάθεσης –μέρες που ήταν– για αποκλεισμούς.
Η εκκλησία είχε πολύ κόσμο και κανείς φυσικά δεν έδειξε να δυσφορεί στο ελάχιστο από την πολυφωνία.
Ετσι δεν κάνουμε εξάλλου στις μεγάλες γιορτές μας οι άνθρωποι και με κάποιους συγγενείς; Δεν προσπαθούμε (επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, αλλά προσπαθούμε) να ξεχάσουμε όσα μας χωρίζουν και να φάμε στο ίδιο τραπέζι; Για να το πάω λίγο πιο μακριά, καθώς το φετινό Πάσχα συμπίπτει ημερολογιακά για ορθόδοξους και καθολικούς, άραγε θα ήταν τόσο αιρετικό να συζητήσουν σοβαρά τα δύο δόγματα την καθιέρωση του πολυσυζητημένου κοινού εορτασμού;
Ιστορικά μιλώντας, όχι γλώσσες, όχι δόγματα, αλλά και διαφορετικές θρησκείες έχουν κατορθώσει –μέχρι ενός σημείου– να συνυπάρξουν. Το Βασίλειο της Σικελίας, υπό τον Ρογήρο Β΄, έγινε τον 12ο αιώνα ένα χωνευτήρι βυζαντινών, αραβικών και φραγκικών επιρροών. Στην ισλαμική Ιβηρία, τη μεσαιωνική Αλ-Ανταλούς, οι χριστιανοί, οι Εβραίοι και οι μουσουλμάνοι συνεργάζονταν στη φιλοσοφία και στις επιστήμες. Και το οθωμανικό σύστημα των μιλέτ φάνηκε να λειτουργεί –μέχρι ενός σημείου, σύμφωνοι– για κάποιους αιώνες.
Από την Αλ-Ανταλούς οι Εβραίοι εκδιώχθηκαν, ίσως λοιπόν θα πρέπει να το ξανασκεφτώ. Εκείνο το βράδυ στη Νάπολη, πάντως, βρήκα μια πρώτη λύση, κι ας γέλασε η Ν. με κατανόηση στο άκουσμα της ουτοπίας. Θα ανοίγαμε λέει ένα εστιατόριο, που κάθε ημέρα του χρόνου θα τηρούσε τους διατροφικούς κανόνες και των τριών αβρααμικών θρησκειών. Θα είχε τρεις μικρές κουζίνες –«χριστιανική», «μουσουλμανική», «εβραϊκή»– οι οποίες θα ετοίμαζαν και τα κατά περίπτωση «νηστίσιμα» και «αρτύσιμα» πιάτα. Το εστιατόριο θα λεγόταν «Τα τρία αδέλφια» και οι θαμώνες του θα κάθονταν κοντά ή μακριά, θα αντάλλασσαν αθώα πειράγματα κι έπειτα θα ύψωναν τα ποτήρια τους και θα έτρωγαν ήρεμοι και συμφιλιωμένοι.

