Με την επανέναρξη των εργασιών του Κοινοβουλίου, μετά τις πασχαλινές διακοπές θα γίνει σε ειδική συνεδρίαση στην Ολομέλεια της Βουλής η δημόσια κλήρωση των μελών του Δικαστικού Συμβουλίου, τα οποία θα αναλάβουν μία από τις δικογραφίες για την τραγωδία των Τεμπών.
Πρόκειται, ως γνωστόν, για το επόμενο βήμα μετά το κλείσιμο των εργασιών της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης που είχε συγκροτηθεί για τη συγκεκριμένη δικογραφία, κατά το γράμμα του Συντάγματος, του Κανονισμού της Βουλής και του νόμου.
Ο τρόπος που λειτούργησε η Επιτροπή, παλαιότερα γνωστή ως Προανακριτική, και ειδικότερα το δίχως προηγούμενο εξαιρετικά βραχύβιο των εργασιών της, προκάλεσε μεγάλη δημόσια συζήτηση «ειδικών» και μη, αλλά και κύκλο σφοδρών κομματικών αντιπαραθέσεων, αναδεικνύοντας αρκετές διαχρονικές αντιφάσεις, απορίες και αδυναμίες. Σύμφωνα μάλιστα με ορισμένες εκτιμήσεις, όσα συνέβησαν «τώρα», μπορεί να αποτελέσουν μοντέλο και για μελλοντικές υποθέσεις.
Είδαμε, επί παραδείγματι, να αντιδρούν στο κλείσιμο της Προανακριτικής, χωρίς μεταξύ άλλων την κλήση μαρτύρων, σχεδόν όλοι που έως τώρα επέκριναν με εντονότατο τρόπο ακριβώς την ύπαρξη των εν λόγω κοινοβουλευτικών επιτροπών, οι οποίες έχουν «όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα Πρωτοδικών». Είναι εκείνοι που έλεγαν πως είναι λάθος αντί για δικαστές «πολιτικοί να δικάζουν πολιτικούς», καθώς και όλοι όσοι –δικαιολογημένα– διατύπωναν την εκτίμηση πως καμία τέτοια επιτροπή στο παρελθόν δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Γιατί τώρα, λοιπόν, διαμαρτύρονται που μια τέτοια ειδική επιτροπή στέλνει άμεσα την υπόθεση που της ανατέθηκε στην τακτική Δικαιοσύνη;
Η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα πιθανόν να βρίσκεται στον στρεβλό και τουλάχιστον παράτυπο τρόπο με τον οποίο δρούσαν οι κομματικοί μηχανισμοί για πολύ καιρό, στο πλαίσιο της λειτουργίας των Προανακριτικών»: Αν και οι συνεδριάσεις πρέπει να είναι απόρρητες λόγω ακριβώς του ότι έχουμε να κάνουμε με έργο εισαγγελέα Πρωτοδικών, τα κομματικά επιτελεία, για λόγους προφανούς πολιτικής σκοπιμότητας, έκαναν «σουρωτήρι» τις διαδικασίες και ουδέν απόρρητον έμενε. Καταθέσεις των μαρτύρων μέσω non papers «διέρρεαν» ακόμη και σε πραγματικό χρόνο, με διαφορετικές εκδοχές ασφαλώς εκάστη, για την εξυπηρέτηση επικοινωνιακών στόχων, χάριν κυρίως του Διαδικτύου. Ισως, λοιπόν, προκειμένου να διαμορφωθεί κλίμα και όχι για την πραγματική αναζήτηση της αλήθειας, αποσκοπούν οι διάφορες διαμαρτυρίες.
Και κάτι ακόμη, από τα πολλά που θα μπορούσαν να ειπωθούν: τα κόμματα της εκάστοτε αντιπολίτευσης καταγγέλλουν, κάθε φορά, την πλειοψηφία ότι δεν αποδέχεται «το δίκαιο αίτημα» να ορίζεται στις επιτροπές αυτές «διακομματικό προεδρείο». Η εκάστοτε πλειοψηφία, στηριζόμενη στον Κανονισμό της Βουλής, ορθώς απορρίπτει το αίτημα. Γιατί ουδείς εκ των διαμαρτυρομένων, έως τώρα, δεν ανέλαβε πρωτοβουλία για την αλλαγή του Κανονισμού;

