Εδώ και δεκαετίες όσες και όσοι μεγαλώναμε μαθαίνοντας την εκδοχή της ιστορίας που μας δίδασκαν στα σχολεία απορούσαμε: πώς είναι δυνατό λαοί να καταβυθίζονται στον απολυταρχισμό; Πώς είναι δυνατό κανονικοί άνθρωποι να συναινούν σε βάναυσες χούντες, γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις; Πώς έγινε και μια χώρα, η Γερμανία, να προκάλεσε τόση καταστροφή και τόσο πόνο σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, πώς μπορεί ένας λαός να βουλιάζει τόσο καθολικά σε επίπεδα ωμότητας και βίας που μας φαντάζουν απάνθρωπα; Πώς καταρρέουν οι κοινωνίες σε τέτοια ναδίρ; Μας φάνταζε τόσο εξωφρενικό και ξένο, που θεωρούσαμε ότι ήταν μια εξαίρεση, ένα bug της ανθρώπινης φύσης που οδήγησε σε ένα συλλογικό τραύμα τόσο μεγάλο, που μάθαμε. Που ως είδος βγήκαμε σοφότεροι και χτίσαμε τις άμυνες και τους θεσμούς που θα εξασφάλιζαν ότι ποτέ ξανά δεν θα φτάναμε τόσο κοντά στο χείλος της απόλυτης καταστροφής. Έτσι νομίζαμε. Έτσι μας έμαθαν.
Όποιος παρακολουθεί αυτά που συμβαίνουν στις Ηνωμένες Πολιτείες τις τελευταίες 88 ημέρες δεν μπορεί παρά να συμπεράνει: δεν καταλάβαμε τίποτε. Τίποτε. Και απαντώνται και όλες εκείνες οι αφελείς ερωτήσεις μας. Να, έτσι γίνεται. Έτσι βουλιάζει μια κοινωνία στην αποδοχή της βίας. Έτσι πεθαίνουν οι δημοκρατίες. Συμβαίνει μπροστά στα μάτια όλων. Και το πώς, ο τρόπος, η μέθοδος είναι (για όσους από εμάς είχαμε γαλουχηθεί στις δημοκρατικές αξίες, τουλάχιστον) σοκαριστικό. Γιατί συμβαίνει με την υποστήριξη ή/και την ανοχή ενός πολύ, πολύ μεγάλου μέρους του λαού.
Ο Κιλμαρ Αμπρέγκο Γκαρσία είναι ένας μετανάστης που μπήκε παράνομα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 2011, όταν ήταν 16 χρονών, επειδή μια συμμορία εκβίαζε την οικογένειά του και απειλούσε να τον σκοτώσει. Πήγε εκεί για να βρει τον αδερφό του, που είχε μεταναστεύσει για τον ίδιο λόγο. Έχοντας εξασφαλίσει μια άδεια από δικαστήριο (παρόμοια με προσωρινό άσυλο) ζούσε νόμιμα στη χώρα, δουλεύοντας σε οικοδομές. Έχει παντρευτεί αμερικανίδα, και έχει τρία παιδιά. Έχει απασχολήσει τις αρχές δύο φορές στο παρελθόν αλλά (αντίθετα με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, ας πούμε) δεν είχε ποτέ καταδικαστεί για κανένα έγκλημα. Στις 12 του περασμένου Μαρτίου αστυνομικοί τον σταμάτησαν μαζί με το γιό του έξω από ένα ΙΚΕΑ στη Βαλτιμόρη και τον συνέλαβαν. Η κατηγορία -ή μάλλον, η αφορμή, καθότι δεν του απαγγέλθηκε επισήμως κατηγορία- ήταν ότι ανήκει στη βίαιη εγκληματική συμμορία MS-13. Περισσότερες εξηγήσεις ή στοιχεία δεν δόθηκαν. Δεν ακολούθησε δίκη ή κάποια νόμιμη διαδικασία. Τρεις ημέρες αργότερα, οι αρχές τον φόρτωσαν σε ένα αεροπλάνο και τον έστειλαν μαζί με εκατοντάδες άλλους παρόμοιους κρατούμενους στο Ελ Σαλβαδόρ, όπου κρατείται στη γιγάντια φυλακή υψίστης ασφαλείας CECOT. Στο μεταξύ έγινε προφανές ότι η απέλαση του Γκαρσία ήταν λανθασμένη. Η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι οφειλόταν σε “γραφειοκρατικό λάθος”. Πριν από μία εβδομάδα, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε παράνομη την απέλαση και έδωσε εντολή στην κυβέρνηση να διευκολύνει την επιστροφή του στις ΗΠΑ. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αρνείται. Θα τον αφήσει να σαπίσει στη φυλακή.
Αυτή είναι μόνο μία ιστορία. Ενδεικτική του τι συμβαίνει στις ΗΠΑ σήμερα, αλλά μία. Υπάρχουν άπειρες ακόμα. Το 90% των ανθρώπων που εστάλησαν στο κολαστήριο του Ελ Σαλβαδόρ δεν είχαν καταδικαστεί από κανένα δικαστήριο. Και ταυτόχρονα συμβαίνουν κι άλλα. Η κυβέρνηση Τραμπ εκβιάζει τα πανεπιστήμια για να αφαιρέσουν πολιτικές και προστασίες της ελευθερίας του λόγου που δεν είναι αρεστές στο καθεστώς. Eκβιάζει τηλεοπτικά κανάλια που δεν είναι αρκετά φιλικά στον Τραμπ με αφαίρεση της άδειάς τους. Εκβιάζει δικηγορικά γραφεία που έχουν εκπροσωπήσει στο παρελθόν “εχθρούς” του καθεστώτος, Παραπέμπει με γελοίες αφορμές ακόμα και κυβερνητικά στελέχη της πρώτης κυβέρνησης Τραμπ στη δικαιοσύνη, ανθρώπους που τόλμησαν, ορθά, να αμφισβητήσουν ότι οι εκλογές του 2020 εκλάπησαν. Μασκοφόροι αστυνομικοί συλλαμβάνουν φοιτητές στο δρόμο και οι αρχές προσπαθούν να τους αφαιρέσουν τις νόμιμες άδειες διαμονής επειδή είπαν ή έγραψαν πράγματα μη αρεστά στο καθεστώς. Τέτοια πράγματα γίνονται κάθε ημέρα. Κανάλια, μεγάλα δικηγορικά γραφεία και το πανεπιστήμιο Columbia έχουν ήδη συμμορφωθεί στους εκβιασμούς. Άλλα (το Χάρβαρντ, το Πρίνστον, το ΜΙΤ, άλλα δικηγορικά γραφεία) αρνούνται να υπακούσουν. Αλλά η κυβέρνηση δεν σταματά.
Το καθεστώς απελαύνει παράνομους μετανάστες (όπως και οι προηγούμενες κυβερνήσεις) αλλά μέρα με τη μέρα προχωρά ήδη και παραπέρα. Τώρα συλλαμβάνουν και απελαύνουν παράνομα και νόμιμους μετανάστες που δεν έχουν καταδικαστεί για τίποτε, αγνοώντας τις δικαστικές αποφάσεις που βγαίνουν για να το εμποδίσουν. Σε αυτό το σημείο η δημοκρατία, παρεμπιπτόντως, έχει ήδη καταλυθεί. Όταν η κυβέρνηση αγνοεί τα δικαστήρια, καταργώντας τη διάκριση των εξουσιών και εξασκώντας ισχύ που το Σύνταγμα δεν της έχει παραχωρήσει, η δημοκρατία έχει τελειώσει. Και δεν θα σταματήσουν ούτε εκεί. Ο Τραμπ δηλώνει ήδη ευθαρσώς και επανηλειμμένα ότι θα χρησιμοποιήσει την ίδια διαδικασία για να στείλει στο Ελ Σαλβαδόρ και αμερικανούς πολίτες.
Και εδώ ερχόμαστε στο σημαντικότερο από όλα: καθώς όλα αυτά συμβαίνουν, το 46,5% του λαού δηλώνουν ότι στηρίζουν Τραμπ. Είναι ΟΚ με όλα αυτά. Δεν έχουν πρόβλημα. Σύμφωνοι, κάποιοι από αυτούς δεν μαθαίνουν ποτέ όλα τα παραπάνω. Ζουν σε φούσκες ενημέρωσης που τους λένε ότι όλοι αυτοί είναι εγκληματίες, ότι τα πανεπιστήμια είναι woke φωλιές του Κακού και ότι ο Ήλον Μασκ “καθαρίζει” το αμερικανικό Δημόσιο. Αλλά δεν είναι όλοι παραπληροφορημένοι. Η άβολη αλήθεια είναι ότι πάρα, πάρα πολλοί καταλαβαίνουν τι γίνεται. Ακόμα κι αν μάθουν ότι, ας πούμε, ένας αμερικανός δικηγόρος κρατήθηκε παράνομα στα σύνορα όταν προσπαθούσε να επιστρέψει στο σπίτι του από τον Καναδά, δεν ανησυχούν, επειδή διαβάζουν ότι το όνομά του είναι “Μπασίρ Ατάλα”. Ένα συγκλονιστικά μεγάλο ποσοστό θεωρούν ότι αυτά δεν τους αφορούν και δεν τους αγγίζουν. Ένα (μικρότερο, αλλά επίσης ανησυχητικά μεγάλο) ποσοστό, χαίρονται. Γουστάρουν.
To 1946 ο Γερμανός πάστορας Μάρτιν Νήμελερ έγραψε ένα μικρό ποίημα που έγινε διάσημο, επειδή εξηγούσε με κρυστάλλινη απλότητα τη βασική αιτία της καταβύθισης μιας κοινωνίας -εν προκειμένω, της δικής του- στην απανθρωπιά. Είμαι σίγουρος ότι το έχετε διαβάσει κάπου. “Πρώτα ήρθαν για τους κομμουνιστές”, ξεκινά, “Και δεν μίλησα, επειδή δεν ήμουν κομμουνιστής”. Θυμάστε πώς πάει.
Το ποίημα αυτό εκτυλίσσεται καθημερινά στις ΗΠΑ, τώρα, αυτές τις τελευταίες 88 ημέρες. Το βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας, μπροστά στις οθόνες μας, όλες και όλοι, σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αυτό είναι. Έτσι μοιάζει. Έτσι γίνεται. Δεν έχουμε την ισχύ ή τη δύναμη να αλλάξουμε τίποτε από όσα συμβαίνουν σε εκείνη τη χώρα. Ας τα βλέπουμε όμως, με νηφαλιότητα και καθαρό μυαλό, και ας προετοιμαζόμαστε. Αφού μπορεί να γίνει εκεί, μπορεί να γίνει παντού. Μπορεί να γίνει και εδώ.

