«Εφυγε» πλήρης ημερών ο Δημήτρης Ραυτόπουλος. Αν κάτι χαρακτήριζε τον εκλιπόντα ήταν η ευρύτητα του πνεύματός του, η τάση για διαρκή αναθεώρηση παραδεδεγμένων εννοιών και η αδιαπραγμάτευτη κριτική ματιά, με προσωπικό κόστος, προς πάσα κατεύθυνση. Ετσι ήταν φυσιολογικό η σκέψη του να μη χωράει στα καλούπια του μαρξισμού.
Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τη φυλακή και την εξορία σε Ικαρία και Μακρόνησο, τη «δίκη» του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης» από το κομματικό ιερατείο, άρχισε να παίρνει τις αποστάσεις του από την Αριστερά. Εβλεπε και αξιολογούσε με άλλο μάτι το παρελθόν και προσέγγιζε το παρόν χωρίς τις παρωπίδες της στράτευσης.
Πέρασε στην απέναντι όχθη, όταν διαπίστωσε πως η χαραμάδα ελευθερίας που άφηνε η ανανεωτική Αριστερά δεν τον ικανοποιούσε. Ηξερε τι άφηνε, ήξερε γιατί το άφηνε και κυρίως ήξερε πού πήγαινε.
Οπως έλεγε και ο ίδιος, «το κριτικό πνεύμα του δυτικού πολιτισμού και της νεωτερικότητας είναι (μαζί με τη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τον φιλελευθερισμό) οι μεγάλοι πρωταγωνιστές και η ελπίδα της εποχής μας απέναντι στον ανερχόμενο νεοφασισμό» (Athens Voice, 14.3.2017).
Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος έβλεπε και αξιολογούσε με άλλο μάτι το παρελθόν και προσέγγιζε το παρόν χωρίς τις παρωπίδες της στράτευσης.
Αποδόμησε στη ρίζα του τον μαρξισμό λέγοντας: «Κατά βάθος η κομμουνιστική θεωρία είναι λανθασμένη στη βάση της – δεν είναι το εποικοδόμημα που έφταιξε για ό,τι πήγε στραβά. Αν πιστεύεις ότι αξιωματικά οι άνθρωποι είναι ίσοι και ότι κάποια παρεξήγηση τους διαίρεσε, κάνοντας τους μεν να εκμεταλλεύονται τους δε, και ότι αυτό το σύστημα μπορούμε να το καταργήσουμε –και πράγματι το καταργούμε– διά διατάγματος, από τη στιγμή εκείνη η ανάλυση όλη βασίζεται σε λάθος αφετηρία» (The books journal, 25.6.2015). Ο Δημήτρης Ραυτόπουλος ανήκει στους διανοουμένους που πέρασαν στην απέναντι όχθη αφού πρώτα διέσχισαν τον μαρξισμό και βίωσαν στο πετσί τους τον ολοκληρωτισμό που αναδυόταν από μέσα του.
Ανήκει στην ίδια κατηγορία με τον Αρθουρ Κέσλερ, τον Φρανσουά Φιρέ, τον Ιγνάτιο Σιλόνε και τόσους άλλους οι οποίοι, μέσα από μια βασανιστική διαδικασία εσωτερικών αναθεωρήσεων, σταδιακά εγκατέλειψαν τον γενέθλιο ιδεολογικά χώρο τους, αποστασιοποιήθηκαν στην αρχή από αυτόν και στη συνέχεια, απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς του δόγματος, είδαν το φως το αληθινό στη φιλελεύθερη δημοκρατία.
Αυτή η ιδεολογική διαδρομή έχει τη σημασία της. Γνωρίζοντας ο Δημήτρης Ραυτόπουλος όχι μόνο τη θεωρία, αλλά και τον τρόπο σκέψης που αυτή παράγει, λέει: «Εδώ όμως χώνει την ουρά της η ιδεολογία και η προπαγάνδα, το υπερόπλο του κομμουνισμού. Κατά το αριστερό στερεότυπο, κάθε νίκη του καλού επί του κακού, εις δυσμάς, είναι “νίκη των λαών”, όχι του φιλελευθερισμού ή των ηγεσιών, ενώ προς ανατολάς είναι το αντίθετο, νίκη του σοσιαλισμού και των τιμονιέρηδων…» (το ίδιο).
Δεν γνωρίζω εάν οι νέες γενιές έχουν ακούσει το όνομά του. Εμείς οι παλαιότεροι θα τον θυμόμαστε ως τον κριτικό των πάντων.

