Ανάμεσα σε φρεσκοβαμμένους τοίχους ξανά, σε άδειο διαμέρισμα. Μια σκούπα αφημένη στη μέση του σαλονιού, μερικά χάρτινα ποτήρια με υπολείμματα καφέ στον νεροχύτη και ένα ξεχασμένο κουτί μπογιάς είναι τα μόνα που διαταράσσουν την ηρεμία των κενών χώρων. Εχουν κάτι καθησυχαστικό, σχεδόν παρηγορητικό τα σπίτια χωρίς έπιπλα, μοιάζουν με δρόμους πλυμένους από τη δυνατή βροχή.
Κάποτε έτρεμε τις μετακομίσεις και τις αλλαγές, τώρα δεν τις φοβάται πια, τις έχει συνηθίσει. Ισως και να τις αποζητά. Αλλωστε ακόμα και με τις δυσκολίες και τις ανατροπές τους συνήθως έχουν μια δεύτερη ανάγνωση. Πώς το περιέγραψε (στην υπερβολή του) ο Λάο Τσε; «Αυτό που η κάμπια ονομάζει τέλος του κόσμου, η ζωή το λέει πεταλούδα». Κλείνει τα μάτια και φαντάζεται πολύχρωμες πεταλούδες να πετούν γύρω της. Τα ανοίγει και βλέπει από το παράθυρο τις λεύκες στο απέναντι πάρκο να λυγούν στο ανοιξιάτικο βοριαδάκι. Αυτή θα είναι σε λίγο καιρό η θέα που θα αντικρίζει. Εδώ, σ’ αυτά τα δωμάτια, θα φτιάξει, θα φτιάξουν, μια νέα καθημερινότητα.
«Να πάμε να διαλέξουμε κουρτίνες», θα έλεγε η μαμά της αν ζούσε. Ομως λείπει χρόνια τώρα κι εκείνη έχει αλλάξει κάμποσα σπίτια που δεν αξιώθηκαν τη φροντίδα της: ένα γλαστράκι με κάποιο μυρωδικό στο περβάζι της κουζίνας, το πολυκαθαριστικό που «κάνει θαύματα, σου λέω» ή ένα χειροποίητο σεμεδάκι που θα επέμενε να το δει να μπαίνει σε περίοπτη θέση. «Τι μου τα φέρνεις, βρε μαμά, αφού ξέρεις ότι δεν μου αρέσουν;». «Εγώ θα τα φέρνω κι ας μην τα βάλεις πουθενά!».
Στα μισά της Μεγάλης Εβδομάδας αισίως. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες βαραίνουν οι απουσίες, γίνονται ασήκωτες, και το μυαλό ανακαλεί διαρκώς στιγμιότυπα και γεγονότα, όπως η γλώσσα παιδεύει το πονεμένο δόντι: το ταψί με τα κουλουράκια πάνω στο τραπέζι από κίτρινη φορμάικα του πατρικού της· το τραπεζομάντιλο με τα κεντητά λαγουδάκια· τα φακελάκια με την κόκκινη βαφή για τα αυγά· τα ολοκαίνουργια λουστρίνια της αφόρετα στο κουτί τους μέχρι το βράδυ της Ανάστασης· το πτυσσόμενο σκαμνάκι της γιαγιάς για την εκκλησία, για τις μεγαλοβδομαδιάτικες ακολουθίες· ο σταυρός από τη φλόγα της λαμπάδας στο ανώφλι της εξώπορτας.
Λες και ήταν χθες· λες και πέρασαν αιώνες από τότε. Κι όμως, παρά τα κομμάτια που λείπουν από την εικόνα, εξακολουθεί να περιμένει τη γιορτή με την ίδια ανυπομονησία που είχε ως παιδί. Γιατί Πάσχα είναι οι άνθρωποι που μας αγαπούν –όσοι βρίσκονται ακόμα δίπλα μας– και το δείχνουν, είναι οι χαρές που μοιραζόμαστε. Είναι το «θυμάμαι», το «αποδέχομαι», το «συνεχίζω». Είναι όλα όσα σε κάνουν να αισθάνεσαι πλήρης και αυτάρκης ακόμα και σε ένα εντελώς άδειο σπίτι…

