
Με αφορμή άρθρο γνώμης που έγραψε για την υπόθεση των Τεμπών και τη Μαρία Καρυστιανού, η δημοσιογράφος Σοφία Γιαννακά κλήθηκε από το πειθαρχικό συμβούλιο της Ενωσης Συντακτών σε απολογία. Στο σκεπτικό του, το Συμβούλιο της καταλογίζει το γεγονός ότι δεν έλαβε υπ’ όψιν της «τη γενική κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη, καθώς και τον αγώνα μιας μάνας για δικαίωση και τιμωρία των ενόχων». Είναι ασαφές πώς γνωρίζει ένα συνδικαλιστικό όργανο τι έλαβε και τι δεν έλαβε υπ’ όψιν ένας δημοσιογράφος κατά τη σύνταξη ενός άρθρου (Βρίσκεται στο κεφάλι του; Τον ρώτησε;), είναι όμως εν προκειμένω σαφές ότι σε κάποιους δεν άρεσε το άρθρο. Και οι δύο παράμετροι πάντως είναι αδιάφορες. Η ελευθερία του λόγου και του Τύπου δεν υπάγεται στις συναισθηματικές προδιαγραφές που τίθενται από τον εκάστοτε φορέα κλαδικής εξουσίας. Η δεοντολογία δεν είναι ιδεολογική ορθοδοξία και η συμμόρφωση σε αυτή δεν μπορεί να εξετάζεται με όρους πολιτικής συμφωνίας ή διαφωνίας. Μία δημοσιογράφος μπορεί να κρίνει ένα δημόσιο πρόσωπο, αρκεί να το κάνει ευπρεπώς. Το πού τοποθετείται η κρίνουσα στο χρηματιστήριο της κοινωνικής συμπάθειας έπειτα, δεν πρέπει να επηρεάζει το δικαίωμά της να εκφέρει ελεύθερα απόψεις, ακόμα και αντιπαθητικές, ή την υποχρέωση του συνδικαλιστικού της οργάνου να αποδέχεται και να προασπίζει το δικαίωμα αυτό.
Τι σημαίνει αδέσμευτος
H αμεσοδημοκρατικής έμπνευσης αιτιολογία της κλήσης σε απολογία είναι πιο τρομακτική από την ίδια την κλήση: η αξίωση ένας δημοσιογράφος να λαμβάνει υπ’ όψιν του «τη γενική κοινωνική απαίτηση» για οτιδήποτε, όχι μόνο δεν αντιπροσωπεύει το ρομαντικό ιδεώδες σύνδεσης του επαγγελματία με την κοινή γνώμη, αλλά το υπονομεύει. Οταν λέμε ότι οι δημοσιογράφοι οφείλουν να είναι αδέσμευτοι, δεν αναφερόμαστε μόνο στις σχέσεις τους με ισχυρούς πολιτικούς και επιχειρηματικούς παράγοντες· αναφερόμαστε στον κίνδυνο επηρεασμού τους από οποιαδήποτε δύναμη μπορεί να ασκήσει αθέμιτη εξουσία – ακόμη κι αν είναι δύναμη «λαϊκής» προέλευσης. Ενας δημοσιογράφος μπορεί να λάβει υπ’ όψιν μια γενική κοινωνική απαίτηση και παράλληλα να μη συμφωνεί μαζί της ή ακόμα και να τη βρίσκει εσφαλμένη και επικίνδυνη. Δημοσιογραφία επ’ αγαθώ του κοινού δεν είναι η δημοσιογραφία που το κολακεύει ή το επιβεβαιώνει· μπορεί κάλλιστα να συνεπάγεται σύγκρουση με τις πιο διαδεδομένες και δημοφιλείς απόψεις.
Το πλειοψηφικό ρεύμα
Αλλωστε, ο πλειοψηφικός χαρακτήρας μιας ιδέας σε καμία περίπτωση δεν την καθιστά ορθή. Σκέφτηκαν άραγε οι εκπρόσωποι της ΕΣΗΕΑ πού μπορεί να οδηγήσει ο συλλογισμός πως ό,τι δεν συμπορεύεται με το κοινό περί δικαίου αίσθημα είναι επιλήψιμο και πειθαρχικώς ελεγκτέο; Αν αύριο η επικρατούσα αντίληψη είναι ρατσιστική και ξενοφοβική (αν υποθέσουμε ότι δεν είναι ήδη), θα πρέπει οι αρθρογράφοι να απέχουν από την προσβολή της; Αν γινόταν ένα γκάλοπ σχετικά με τον πρόσφατο βανδαλισμό της Εθνικής Πινακοθήκης από βουλευτή της Νίκης και αποδεικνυόταν ότι οι περισσότεροι πολίτες τον βρίσκουν λογικό, θα όφειλαν και οι δημοσιογράφοι να εναρμονιστούν με το κλίμα; Βέβαια, η λογική του χαϊδολογήματος του κοινού δεν είναι εσφαλμένη επειδή μπορεί κάποτε να γυρίσει εναντίον μας. Είναι εσφαλμένη επειδή δεν είναι ηθική, όποιον κι αν ευνοεί κάθε φορά. Ο αντίλογος είναι ευπρόσδεκτος ακόμα και όταν έχουμε δίκιο.
Κρίση και διάκριση
Να μείνει, λοιπόν, η δημοσιογραφική δραστηριότητα ανέλεγκτη; Να λέει ο καθένας ό,τι θέλει χωρίς καν τον φόβο της επίσημης αποδοκιμασίας και των συμβολικών κυρώσεων; Οχι. Οι παρεμβάσεις της ΕΣΗΕΑ θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες· είναι όμως σημαντικό να γίνει ένας εννοιολογικός διαχωρισμός ανάμεσα στο δημοσιογραφικό έργο που επιδέχεται και σε εκείνο που, εκ των πραγμάτων, δεν επιδέχεται παρεμβάσεις: είναι άλλο, για παράδειγμα, να καταπιάνεσαι με πραγματικά δεδομένα και να τα μεταφέρεις ανακριβώς, και άλλο να καταθέτεις μια υποκειμενική γνώμη για ένα υποκειμενικό ζήτημα· είναι διαφορετικό να παράγεις ψευδείς ειδήσεις που θα παραπλανήσουν από το να εκφράζεις μια ιδέα που αφορά μόνο εσένα, χωρίς να αξιώνει δάφνες αντικειμενικού γεγονότος. Αν πρέπει να γίνονται παρεμβάσεις, ας αφορούν την ποιότητα της διακινούμενης πληροφορίας, όχι την ποιότητα των πεποιθήσεων του συντάκτη.
Επιλεκτική ευαισθησία
Στους ταραχώδεις καιρούς των χονδροειδών fake news και της κραυγαλέας παραπληροφόρησης, όποιος θέλει να διασώσει την τιμή της δημοσιογραφίας δεν τα βάζει με τις προσωπικές απόψεις (που δεν κρύβουν ότι είναι προσωπικές), αλλά καταπιάνεται με ό,τι μεταφέρεται ως αντικειμενικά αληθές χωρίς να είναι: Τι έχει κάνει η Ενωση για τη διείσδυση της ρωσικής και τουρκικής προπαγάνδας στα ελληνικά media κι από εκεί στη συνείδηση του κοινού; Πώς έχει αντιμετωπίσει τους δημοσιογράφους που δίνουν βήμα και κύρος σε αντιεπιστημονικά παραληρήματα και σε συνωμοσιολόγους χωρίς ίχνος απόδειξης για όσα ισχυρίζονται; Εχει καλέσει σε απολογία τους υπευθύνους για επικά (αλλά αμφιβόλου αξιοπιστίας) ρεπορτάζ σχετικά με σκορπιούς, νεκρά παιδιά και απαγωγές στα σύνορα, που κατά καιρούς συγκλόνισαν αδίκως την κοινή γνώμη; Ενας πειθαρχικός έλεγχος που αποσκοπεί σε ουσιαστικό αποτέλεσμα, προϋποθέτει σύγκρουση με βαριές παθογένειες· ένας πειθαρχικός έλεγχος που επιζητεί εύκολο χειροκρότημα, αρκείται στην αστυνόμευση αντιδημοφιλών άρθρων γνώμης.

