Ενα κείμενο όταν επιδέχεται πολλές ερμηνείες αναμφίβολα οξύνει την κριτική σκέψη και αποτελεί πηγή προβληματισμού. Η ερμηνεία είθισται να αποτελεί τη βάση ενός διαλόγου και όσο πιο καυτό και επίκαιρο είναι το θέμα, τόσο μεγαλύτερο το ενδιαφέρον που προκαλεί. Το είδαμε πρόσφατα στη διχογνωμία των συνταγματολόγων με αφορμή την υπόθεση Τριαντόπουλου. Παρουσιάστηκαν διατυπωμένες με σαφήνεια και οι δύο απόψεις, καθώς σε ζητήματα ερμηνείας του Συντάγματος θα πρέπει να είναι εξοβελιστέο το «σωστό» και το «λάθος» από τη σκέψη μας.
Τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά όταν εισάγουμε στην εφαρμογή των νόμων γενικόλογες έννοιες, που πολλές φορές αναιρούν την ίδια τη λειτουργία της Δικαιοσύνης ως διακριτής εξουσίας, στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι δικαστές και όλα τα δικαιοδοτικά όργανα την κρίση τους τη διαμορφώνουν με βάση την προβλεπόμενη από τη δικονομία –ποινική και πολιτική– διαδικασία. Καμία άλλη παράμετρος δεν θα πρέπει να εμφιλοχωρήσει στην έκδοση της απόφασής τους. Αν υπεισέλθουν και άλλοι εξωτερικοί παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση τους, τότε μιλάμε για μια άλλου τύπου Δικαιοσύνη, θεραπαινίδα κάθε μορφής εξουσιών.
Ενας τέτοιος παράγοντας είναι το λεγόμενο «κοινό περί δικαίου αίσθημα» που προχθές το είδαμε να παραλλάσσεται «σε κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη». Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς η «κοινωνική απαίτηση για δικαιοσύνη» προσλαμβάνεται και ενσωματώνεται στην κρίση των δικαστών και των κάθε μορφής δικαιοδοτικών οργάνων. Διότι πολύ φοβούμαι πως πίσω από την απόπειρα εισαγωγής εξωνομικών εννοιών στην εφαρμογή των νόμων από συλλογικότητες με συγκεκριμένο ιδεολογικό χρώμα κρύβεται η επιθυμία ποδηγέτησης της Δικαιοσύνης και, σε τελική ανάλυση, αλλοίωσης του χαρακτήρα της.
Διότι, τι σημαίνει «κοινωνικό αίσθημα» και πώς ερμηνεύεται η «κοινωνική απαίτηση» όταν οι κείμενοι νόμοι μαζί με τη νομολογία αποτελούν ένα σώμα που περιορίζει στο ελάχιστο τη δυνατότητα πολλών ερμηνειών και συγκροτεί αυτό που αποκαλούμε σταθερότητα δικαίου; Υπάρχει κάποιο όργανο που μετράει με πιστότητα το «περί δικαίου αίσθημα»; Από πού προκύπτει αυτό; Από τις διατεταγμένες συγκεντρώσεις ομάδων έξω από τα δικαστήρια; Από τις δημοσκοπήσεις; Από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης; Ή μήπως από τη συλλογή υπογραφών; Και τι σχέση έχουν όλα αυτά με την απονομή δικαιοσύνης;
Φυσικά, όταν επικαλούμαστε την «απαίτηση της κοινωνίας για δικαιοσύνη» λέμε το αυτονόητο. Δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς δικαιοσύνη. Ομως, πολλές φορές πίσω από την προβολή του αυτονόητου κρύβεται η προσπάθεια υπονόμευσης ή και ακύρωσής του.
Πώς συμβαίνει αυτό; Αναγορεύοντας τη δική μας ερμηνεία για το τι απαιτεί η κοινωνία σε μοναδικά κυρίαρχη και απαιτώντας, στον βαθμό που ασκούμε εξουσία, όλοι, όχι μόνον να αποδεχθούν αλλά και να πειθαρχήσουν στη δική μας ερμηνεία. Κάπως έτσι τίθενται οι νόρμες που περιορίζουν δικαιώματα και γεννούν καταναγκασμούς.
Αυτές τις πρόχειρες σκέψεις έκανα με αφορμή την κλήση σε απολογία της δημοσιογράφου κυρίας Σοφίας Γιαννακά από το πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ.

