Θα συμφωνήσετε μαζί μου πως η περίοδος είναι τουλάχιστον ενδιαφέρουσα. Πόλεμοι, εξοπλιστικά, διεθνείς σχέσεις, κατάρρευση του δημόσιου συστήματος υγείας. Στην Ελλάδα ο κόσμος βγήκε στους δρόμους κατά εκατοντάδες χιλιάδες. Διάφορα κλισέ όπως «λαϊκή δυσαρέσκεια» και «οργή» βρέθηκαν ξαφνικά στο κουτί με τις ατάκες αναλυτών που μέχρι πρότινος δεν έβλεπαν κάτι λάθος. Αυτός ο κυκλώνας θεμάτων, όμως, δεν φαίνεται να μπορεί να κάνει τα «παραδοσιακά» κόμματα της αντιπολίτευσης να σταματήσουν να πατάνε σίγαση στο ξυπνητήρι. Διαβουλεύονται κυρίως για το ποιος θα είναι ο πρώτος κόκορας σ’ ένα κοτέτσι που διαρκώς συρρικνώνεται.
Δεν βλέπουμε επεξεργασία θεμάτων παρά με ρυθμούς χελώνας. Οι πολίτες είναι παγιδευμένοι ανάμεσα σε κυβερνητικές ιστορίες που λένε πως όλα πάνε καλά και σε μία σιωπή ή κάτι σαν απίστευτα προβλέψιμη αντίδραση που θυμίζει ανακοίνωση από τα παλιά. Είναι κάπως κουραστικό να βλέπεις δύο πρώην μεγάλα προοδευτικά κόμματα να μιλάνε όλη την ώρα για το μέγεθος του ποσοστού τους. Είναι και βαρετό. Το στυλ, το ύφος, ο τρόπος, το ταλέντο, όλα όσα εμπνέουν λείπουν. Μίζερα αργά αντανακλαστικά στα συναισθήματα που ρέουν ανάμεσά μας.
Δεν θέλουμε, όπως έχω ξαναγράψει, να πληροφορούμαστε για στελέχη που είπαν το χι ή το ψι. Δεν μας ενδιαφέρει η μικροπολιτική φαγωμάρα που ταΐζει τις ιστοσελίδες της ανθρωποφαγίας, τα μνησίκακα κοινωνικά δίκτυα και δημιουργεί «διάλογο» κομματικών. Είναι ένα γύρισμα της πλάτη προς την κοινωνία, την οποία προτάσσουν στα συνθήματά τους. Η νοσταλγία και η ορολογία που έκαναν τους γονείς μας να συγκινούνται δεν μπορούν να λύσουν ζητήματα όπως οι χαμηλοί μισθοί και η κρίση στέγασης (δηλαδή το γεγονός ότι πολλοί άνθρωποι νιώθουν επισφάλεια μέσα στο σπίτι τους!).
Πού είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν γαλουχηθεί στον κομματικό σωλήνα; Ποιος μας εγγυάται ότι εάν έπαιρναν εξουσία αυτά τα κόμματα δεν θα φρόντιζαν, όπως έχει ήδη κάνει σε βαθμό πρόκλησης το κυβερνών κόμμα, να ανταμείψουν χειροκροτητές, νεολαίες, κλακαδόρους, διαδικτυακά τρολς και πιστούς ακολούθους εντάσσοντάς τους σε κάποιο μισθολόγιο που πληρώνουμε εμείς; Πού είναι η πνοή, το πνεύμα και η φαντασία ενός εγχειρήματος που δεν θα αναλωνόταν στη διαχείριση των υπαρχόντων;
Ο,τι κι αν λένε, τα κόμματα αυτά είναι οι μεγαλύτεροι υποστηρικτές του, από τη φύση του, συντηρητικού δόγματος tina (there is no alternative). Mε απλά λόγια: δεν υπάρχει εναλλακτική. Ή σε κάθε περίπτωση μας λένε: εμείς δεν θα αποτελέσουμε την εναλλακτική. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να γκρινιάζουμε και να παρουσιάζουμε τον αντίπαλο σαν διαβολική περίπτωση στην οποία κοιτάμε να μοιάσουμε. Εχουν προσδώσει υπερδυνάμεις στον πολιτικό τους αντίπαλο.
Και ας πω κι αυτό, γιατί δεν κρατιέμαι: τα προοδευτικά κόμματα τα ’χουν πάει πάρα πολύ χάλια σε ό,τι αφορά τις γυναίκες στελέχη. Δείτε τι έγινε με τους γραμματείς του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η αξιωματική αντιπολίτευση ανδροκρατείται σαν να μην υπάρχει αύριο. Και μάλλον δεν έχουν και πολύ αύριο. Οι γραμματείς και τομεάρχες που ορίστηκαν πριν από λίγες ημέρες είναι σχεδόν όλοι άντρες. Με ελαχιστότατες εξαιρέσεις όπου κάποια γυναίκα αναλαμβάνει τον τομέα Οικογένειας ή Ισότητας ή Ψυχικής Υγείας. Πώς ν’ ασκήσεις κριτική από μια προοδευτική σκοπιά στην κυβέρνηση, όταν η φαντασία σου εξαντλείται στο να της μοιάζεις τόσο πολύ; Τα δύο «μεγάλα» «προοδευτικά» κόμματα έχουν αλήθεια τεράστιο πρόβλημα σε ό,τι αφορά την ανάδειξη ταλαντούχων γυναικών. Νομίζω τα πάνε διαρκώς χειρότερα σ’ αυτό, αν συγκρίνει κανείς, π.χ. με το 2009 ή με άλλες εποχές που είχαν προσωπικότητες όπως Μελίνα Μερκούρη.
Επειδή, τέλος πάντων, η δυσαρέσκεια δεν έχει βρει συγκροτημένη έκφραση μέσα από μία αξιοπρεπή, δημοκρατική αντιπολίτευση που θα ροκάνιζε μέσω της οικονομίας τη βάση της ακροδεξιάς (που είναι η φτωχοποίηση, τα συναισθήματα πικρίας/ήττας και η συνακόλουθη παράνοια), οι άνθρωποι έχουν αφεθεί. Βρίσκονται σε παραίτηση. Καταναλώνουν συνωμοσίες με το κουτάλι, κουτσομπολιά, μικροπολιτικές έριδες, αναρτήσεις λογαριασμών αυτάρεσκου κοινωνικού απομονωτισμού και «σάτιρα» από τα ίδια τηλεοπτικά πρόσωπα με τα οποία νομίζαμε κάποτε πως είχαμε ξεμπερδέψει, γιατί έμοιαζαν βαρετά, μπανάλ, με αμφιλεγόμενο υλικό για χλεύη.

