
Πρώτα τίθεται το πραγματολογικό θέμα: η Κύπρος είναι κυπριακή, όχι εν στενή εννοία ελληνική. Οσοι αμφιβάλλουν μπορούν να ρωτήσουν και κάποιον Κύπριο ή να διαβάσουν Ιστορία. Οι ευκαιρίες ένωσης ήρθαν και παρήλθαν άπρακτες. Είναι κατανοητό βέβαια το συμβολικό πνεύμα του επίμαχου συνθήματος. Η ελληνικότητα δεν έγκειται μόνο στην κρατική οντότητα και στα σύνορα – το έθνος προκύπτει από ιστορικούς και πολιτισμικούς δεσμούς και ως τέτοιο ερμηνεύεται. Δεκτό.
Τίθεται όμως και ένα δεοντολογικό θέμα: είναι δουλειά των Ενόπλων Δυνάμεων να πολιτικολογούν με συνθήματα σαν αυτό που αποφάσισαν να φωνάξουν οι δόκιμοι υπαξιωματικοί της ΣΜΥΝ κατά την παρέλαση της 25ης Μαρτίου; Ακόμα κι αν είναι, χρησιμεύει σε κάτι η πολιτικολογία που συμφύρεται με ύβρεις εναντίον της Τουρκίας; Μπορεί να μη θέλουμε φιλίες με τον γείτονα, σίγουρα πάντως δεν θέλουμε και προστριβές, ειδικά εφόσον ο γείτονας τυχαίνει να έχει τη συγκρουσιακή ιδιοσυγκρασία του Ερντογάν. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, ο στρατός δεν είναι ούτε αυτονομημένος από το κράτος ούτε ελεύθερος να επιδίδεται σε συναισθηματικά ξεσπάσματα χωρίς πολιτική νομιμοποίηση. Η υπακοή και η ευπρέπεια είναι καταστατικές υποχρεώσεις του.
Context
Από την άλλη, όταν κρίνουμε την ευπρέπεια κάποιου, καλό είναι να λαμβάνουμε υπόψη και την ιδιότητά του· τον βαθμό στον οποίο είναι σκόπιμο να ανταποκρίνεται σε συμβάσεις και χρηστοήθεις προδιαγραφές. Ο στρατός δεν αποτελεί κιβωτό αβροφροσύνης και σύμβολο πολιτικής ορθότητας. Το αντίθετο: όσοι εκπαιδεύονται στη μάχη και αφοσιώνονται στην υπεράσπιση της χώρας με όρους δυνάμει πολεμικούς, δεν υιοθετούν τους κώδικες συμπεριφοράς με τους οποίους ρυθμίζει ο μέσος πολίτης ή πολιτικός τις διαπροσωπικές και θεσμικές σχέσεις του. Αυτό σημαίνει ότι στο στρατιωτικό πλαίσιο οι λεκτικές υπερβολές δικαιολογούνται ως μέρος μιας κουλτούρας που βρίσκεται έτσι κι αλλιώς πέρα από τα όρια του κοινωνικώς και πολιτικώς αποδεκτού. Η πολεμική ετοιμότητα και ο εγγενώς εθνικιστικός χαρακτήρας των Ενόπλων Δυνάμεων συνεπάγονται οξυμένα πνεύματα και ήθη, ας πούμε, όχι ακριβώς ευγενή. Ασφαλώς, είναι άλλο πράγμα ο στρατός και άλλο το γήπεδο. Σε κάθε χώρο όμως όπου η έκκριση αδρεναλίνης συνιστά υπαρξιακό παράγοντα, κάποιες υποχωρήσεις από το δέον είναι αναμενόμενες.
Γιατί τόση οργή;
Η παρεκτροπή των δόκιμων υπαξιωματικών είναι λογικό να εξοργίζει όσους πιστεύουν στην αξία των τύπων και της πειθαρχίας. Οσοι είναι της άποψης πως τα όργανα του κράτους οφείλουν να τηρούν απαρέγκλιτα το ενδεδειγμένο πρωτόκολλο, εύλογα απαιτούν από τους δόκιμους υπαξιωματικούς συμμόρφωση με τους κανόνες συμπεριφοράς, και από τους ιθύνοντες την τιμωρία εκείνων που επέτρεψαν τη λυκειακής ανοησίας «ανταρσία». Είναι όμως παράξενο το γεγονός ότι η υβριστική αναφορά των υπαξιωματικών στην Τουρκία έθιξε σε τέτοιο βαθμό πολιτικούς χώρους που, υπό άλλες συνθήκες, στηρίζουν τις ανορθόδοξες διαμαρτυρίες, όσους κανόνες κι αν αυτές παραβιάζουν. Είναι παράξενο δηλαδή που οι οπαδοί των «silly walks», των φασκελωμάτων, των «αιρετικών» προσβολών εθνικών συμβόλων και των «παρεμβάσεων» σε πρεσβείες ξένων χωρών, ξαφνικά αντιτίθενται σε μια παρέκκλιση από εκείνες που συνήθως βρίσκουν ευφυείς, διασκεδαστικές και επαναστατικές. Τι να φταίει άραγε;
Γνωστική ασυμφωνία
Φταίει μάλλον η ανειλικρινής σχέση που έχουν με τον εθνικισμό οι εκπρόσωποι της εγχώριας Αριστεράς, κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής. Αν, για παράδειγμα, η στρατιωτική παρέλαση στην Ελλάδα είναι μια επονείδιστη εκδήλωση σοβινισμού, αλλά η αντίστοιχη ρωσική αποτελεί «μεγαλειώδη επίδειξη ισχύος» (πρόκειται για πραγματικό χαρακτηρισμό που χρησιμοποιήθηκε στο –όχι πολύ μακρινό– παρελθόν από «αγωνιστική» εφημερίδα), τότε προφανώς δεν υπάρχει πρόβλημα με την παρέλαση αλλά με την εθνικότητα των συμμετεχόντων. Αν οι Παλαιστίνιοι έχουν δικαίωμα να καταφέρονται λεκτικά εναντίον του Ισραήλ, αλλά οι Ελληνες απαγορεύεται να κάνουν το ίδιο εναντίον της Τουρκίας, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα με τον εθνικισμό, αλλά με το ποιοι ενεργούν στο όνομά του κάθε φορά. Γενικώς, είναι άξιο θαυμασμού το ενδιαφέρον κάποιων για το συμφέρον και την τιμή κάθε άλλου έθνους, πέραν του δικού τους.
Θέμα ήθους
Και όσοι χάρηκαν πάντως με την αχρείαστη απρέπεια που παρακολουθήσαμε πριν από λίγες μέρες, εξίσου δέσμιοι των αντιφάσεών τους είναι. Εφόσον η στρατιωτική παρέλαση αποτελεί, κατά την παραδοσιακή πεποίθηση της Δεξιάς, μέρος μιας πατριωτικής σημειολογίας με στόχο την ανάμνηση αγώνων και την καλλιέργεια εθνικού φρονήματος, η νόθευσή της με φθηνή συνθηματολογία δεν θα έπρεπε να αποτελεί αφορμή για περήφανους πανηγυρισμούς, αλλά για προβληματισμό: τι είδους προστάτες της πατρίδας είναι εκείνοι που βάζουν το καλαμπούρι τους πάνω από το χρέος τους να απέχουν από δηλώσεις που απάδουν προς την περίσταση και τη θέση τους; Πόσο αξιόμαχο είναι ένα Σώμα που τονώνει το ηθικό του με καφενειακές ατάκες, κενές νοήματος; Τι έχει να φοβηθεί ο «εχθρός», αλήθεια, από μια κακιά λέξη και τι λέει η προσφυγή στις ύβρεις για την ικανότητα του υβριστή να πλήξει τον αντίπαλο με κάτι παραπάνω από αυτές; Για πολλοστή φορά, γίνεται σαφές ότι, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, οι ιδεολογίες μικρό ρόλο παίζουν στη διαφύλαξη της σοβαρότητας: η τελευταία θα είναι πάντα περισσότερο ζήτημα ήθους.

