Οι εκδηλώσεις του «Κύκλου Ιδεών» κάθε χρόνο γίνονται όλο και πιο ουσιαστικές, καθώς λαμβάνουν τη μορφή της πολιτικής παρέμβασης. Ευθέως ανάλογη είναι και η πορεία του Ευάγγελου Βενιζέλου. Αποστασιοποιημένος από τις εξελίξεις, μακριά από τις τριβές και τη φθορά των πολιτικών αντιπαραθέσεων, είναι ένας παρεμβατικός σχολιαστής των γεγονότων. Απαλλαγμένος από την αναγκαία τήρηση των ισορροπιών, μιλάει ακόμα και διά της σιωπής του.
Ετσι, προχθές, συζητώντας με τον Αλέξη Παπαχελά εισήλθε σε μια απαγορευμένη περιοχή για τους πολιτικούς ειδικά και τα δημόσια πρόσωπα γενικότερα. Πότε πρέπει να αποχωρήσουν από την καθημερινή δραστηριότητα; Για να αναδείξει ένα τέτοιο ζήτημα πολιτικός με τις εμπειρίες του κ. Βενιζέλου σημαίνει πως έχει απελευθερωθεί πλήρως από όλα τα βάρη, τις δουλείες και τους ψυχαναγκασμούς της τρέχουσας πολιτικής. Το επισημαίνω αυτό διότι πολλοί δηλώνουν ότι αποχωρούν από την πολιτική, αλλά στην πράξη παραμένουν εντός της κουβαλώντας και όλα τα φορτία της.
Ενας πολιτικός πώς λαμβάνει την απόφαση της απομάκρυνσής του από την ενεργό πολιτική; Με ποιες νοητικές διαδικασίες οδηγείται από την κεντρική σκηνή στην κουίντα;
Μάλιστα, ο Ευάγγελος Βενιζέλος εισέδυσε ακόμα πιο βαθιά και ριψοκίνδυνα, θα έλεγα, σε αυτό το θέμα, καθώς αναφέρθηκε προσωπικά στον Αντώνη Σαμαρά, με τον οποίο συγκυβέρνησε και, κατά γενική ομολογία, οι δυο τους έσωσαν τότε την πατρίδα μας, που τη συντηρούσαν οι παλέτες με τα χαρτονομίσματα της ΕΚΤ. Είπε ο κ. Βενιζέλος: «…θα του έλεγα με πολύ μεγάλη αγάπη, γιατί έχουμε ζήσει μια κοινή ιστορική εμπειρία, ότι πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα σε συνάρτηση με την Ιστορία και ως εκ τούτου εγώ έχω κρατήσει μια στάση που ξέρετε, δηλαδή έχω απομακρυνθεί από την ενεργό και καθημερινή πολιτική, γιατί πιστεύω ότι αυτό που κάνω είναι μια ουσιώδης όψη της πολιτικής, και θα του έλεγα μήπως ήθελε να εκτιμήσει το ενδεχόμενο να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο».
Προσπερνώ την προσωπική παραίνεσή του προς τον Αντώνη Σαμαρά, μια παραίνεση όλο σεβασμό, διακριτικότητα και συναδελφική τρυφερότητα, διότι ήδη τοποθετήθηκε ο πρώην πρωθυπουργός δηλώνοντας «παρών και μάχιμος». Ενας πολιτικός πώς λαμβάνει την απόφαση της απομάκρυνσής του από την ενεργό πολιτική; Με ποιες νοητικές διαδικασίες οδηγείται από την κεντρική σκηνή στην κουίντα και πόσο ισχυρές εσωτερικές αντιστάσεις πρέπει να ξεπεράσει; Είναι ζήτημα βιολογικών αντοχών και της κοινότοπης παραδοχής πως το παλιό πρέπει να δίνει τη θέση του στο νέο; Ή μήπως αναγκαία προϋπόθεση είναι η ύπαρξη μιας εναλλακτικής η οποία θα γεμίσει το κενό που αφήνει η απουσία της πολιτικής καθημερινότητας;
Υποθέτω ότι το βασικό κριτήριο αφορά την ιδιοσυγκρασία και τον ψυχισμό του πολιτικού. Αν δηλαδή ο συναισθηματισμός τού επιτρέπει να διαβάζει καθαρά τα δεδομένα, ώστε η αποχώρηση να είναι συνειδητή, χωρίς τραύματα. Αλλες φορές αυτή η ανάγνωση καθορίζεται από βιολογικές παραμέτρους, άλλες φορές από την ικανότητα της οργάνωσης ενός άλλου τρόπου ζωής και μερικές φορές, όπως αυτή του κ. Βενιζέλου, από τον όλο ωριμότητα συνδυασμό της παρατήρησης με την πολιτική παρέμβαση.

