Στην ταινία «Μίκι 17» ένας άνθρωπος πτωχεύει ακολουθώντας μια σειρά από λάθος επενδυτικές συμβουλές. Παίρνει δάνεια, ανοίγει το μαγαζάκι του και το μαγαζί πέφτει έξω. Πνιγμένος στα χρέη, απομονωμένος από τον κοινωνικό του περίγυρο (όπως όλοι οι πραγματικά υπερχρεωμένοι), αποφασίζει να δηλωθεί ως «Αναλώσιμος» για μία διαστημική αποστολή εποικισμού ενός παγωμένου πλανήτη. Είναι το πιο φθηνό εργατικό δυναμικό του κόσμου, ένας υπερβολικά πρόθυμος τύπος, με σπασμένο το ηθικό και καμία απολύτως όρεξη για ζωή.
Σ’ ένα φουτουριστικό κτίριο που μοιάζει με γραφείο ευρέσεως εργασίας στο Διάστημα και με υπερπολυτελές ξενοδοχείο του Ντουμπάι, ο φίλος μας, ντροπιασμένος και φοβισμένος μην τον εντοπίσουν οι πιστωτές του, περιμένει τη σειρά του, για ν’ αλλάξει πλανήτη. Αρκετά με τη Γη. Αλλωστε και το κλιμα απ’ το κακό στο χειρότερο πάει. Αυτή είναι και η ιδέα του μεγάλου ηγέτη που ηγείται της διαστημικής αποστολής.
Πρόκειται για έναν πολιτικό που ξέρει να εμψυχώνει τους θρησκόληπτους πιστούς του μέσα από το κανάλι του. Αυτοί πείθονται να τον ακολουθήσουν στην αποστολή, γιατί η Γη έχει καταντήσει αηδία. Ο ηγέτης θέλει έναν καθαρό πλανήτη, μόνο με λευκούς, μόνο με καθαρές τροφές, επιστήμη αιχμής, παυσίπονα για κάθε πόνο και φορείς εκλεκτών γονιδίων που αναπαράγονται μεταξύ τους. Χρειάζεται όμως και κάποιους «Αναλώσιμους». Ανθρώπους που θα δεχθούν να πεθάνουν πολλές φορές και να επανεκτυπωθούν μέσω μίας απολύτως τρομακτικής φουτουριστικής μηχανής (κάτι μεταξύ φωτεινής σπηλιάς, τομογράφου και μεγάλου εκτυπωτή), προκειμένου να αναλαμβάνουν τις βαριές δουλειές, π.χ. να εργάζονται ανάμεσα σε ιούς χωρίς μέσα προστασίας. Αυτή τη δουλειά αναλαμβάνει να κάνει ο Μίκι 17, ο υπερχρεωμένος φίλος μας. Κι η δουλειά είναι πάντα δουλειά. Ο Μίκι πεθαίνει και πεθαίνει και πεθαίνει.
Η ταινία «Μίκι 17» έχει πλούσιο φιλοσοφικό υπόβαθρο, κι αυτό δεν αναιρείται από το υπερθέαμα τύπου Χόλιγουντ ή τις προβλέψιμες λύσεις σε ζητήματα πλοκής (την έχει σκηνοθετήσει ο δημιουργός των «Παρασίτων» Bong Joon Ho). Οι συνεπιβάτες του Μίκι στο διαστημόπλοιο ρωτούν διαρκώς τον Μίκι πώς είναι να πεθαίνεις; Ερώτηση που γρατζουνάει τον εσωτερικό κόσμο της ανθρωπότητας ήδη από τη Νέκυια και την Οδύσσεια. Ο Μίκι πραγματώνει μια χριστιανική φαντασίωση: επιστρέφει με σάρκα και οστά. Ανασταίνεται σε σώμα. Οι αναμνήσεις του μεταφορτώνονται προκειμένου οι ζωές του να έχουν συνοχή. Η συνείδησή του δεν παύει όταν παύει το σώμα, σε κάτι σαν υπερσύγχρονο πλατωνικό μύθο τον περιμένει ως πληροφορία σε δισκέτα που εμφυτεύεται ξανά και ξανά στο σώμα που επανεκτυπώνεται.
Είναι πολλές οι σκέψεις μετά από μια τέτοια ταινία. Υποθέτω ένα μεγάλο μέρος της πρέπει να διαβαστεί σαν χιούμορ/παιχνίδι με οικείους τρόμους και συμβάσεις της επιστημονικής φαντασίας συν το ενδεχόμενο της πολιτικής αφύπνισης (διάφορα πολιτικά, χιουμοριστικά θρίλερ έχουν βγει τον τελευταίο καιρό, βλ. και την ταινία «The Menu» του 2022). Αλλά, σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της υπερεργασίας και της αναλωσιμότητας των εργαζομένων είναι σαγηνευτικό, καθώς και το τράβηγμα από τα μαλλιά της ιδέας πως οφείλει κανείς να προσέχει σε ποιους χορηγεί εξουσία προκειμένου να τον απαλλάξουν από τις σκοτούρες του ή να χτίσουν αποικία.
Οπως και στην πολύ επιτυχημένη σειρά «Squid Game» (2021), οι άνθρωποι του έργου είναι υποβιβασμένοι σε μία μίζερη ζωή μεταξύ ηδονής, υπερεργασίας και χρέους. Οσο πιο πάνω στην ιεραρχία είναι κανείς τόσο μεγαλύτερη απόλαυση αντλεί από την κακομοιριά των άλλων, δεν έχει πρόσβαση σε ανώτερες απολαύσεις, όπως οι ελίτ σε άλλα συγκείμενα, αλλά σ’ έναν καλύτερο τύπο κρέατος ή σε μία ανώτερη σάλτσα ή σε κάποια κοπέλα με καλύτερα γονίδια. Στον πάτο της ιεραρχίας το φαγητό είναι χάλια και οι άνθρωποι ναρκώνονται μ’ ένα οξύ ή ψάχνουν αφορμή για σκυλοκαβγά μεταξύ φτωχών, ενώ εποπτεύονται από μηχανήματα «υψηλής τεχνολογίας».
Προφανώς, όλ’ αυτά είναι μία συνθήκη υπερβολής στο πλαίσιο έργων που απευθύνονται σ’ ένα ευρύ κοινό που ενδεχομένως θέλει να καταναλώσει κάτι τέτοιο το βράδυ μετά τη δουλειά. Μέσα από την υπερβολή, όμως, το αλλόκοτο και τους γλιτσερούς ήχους εξωγήινων που συντρίβονται, η φαντασία φουσκώνει κι ανοίγει δρόμους για λίγη σκέψη. Είναι σιχαμένα απολαυστικό ν’ αναρωτιέσαι, μέσα στην ασφάλεια της σκοτεινής αίθουσας και τρώγοντας νάτσος με τυρί, ποιος θα ήθελε όντως να τον επανεκτυπώνουν διαρκώς και να επιστρέφει αιώνια στη ζωή με σάρκα και οστά. Αλλά και ποιος αντέχει όντως στην ιδέα μιας οριστικής απόλυσης από το μεγάλο παιχνίδι της ύπαρξης;

