Στα πρώτα λεπτά της ταινίας, μια παρέα αγοριών βρίσκει ένα χαριτωμένο σκυλάκι στην παραλία. Ο Μαρσέλο το παίρνει στην αγκαλιά του και μαζί με τους φίλους του τρέχουν προς το σπίτι του, που βρίσκεται ένα στενό πάνω από τη μεγάλη παραλιακή λεωφόρο του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Η διαδρομή από την αμμουδιά μέχρι την είσοδο της επιβλητικής κατοικίας που διακρίνεται από την ευρυχωρία και τον αστικό της χαρακτήρα συλλαμβάνει τον Ελληνα θεατή εξ απροόπτου. Η ατμόσφαιρα της γειτονιάς, με τα στενά πεζοδρόμια και τη σκιά των δέντρων, η αίσθηση του υπαίθριου βίου στα αιώνια καλοκαίρια της παιδικής ηλικίας, όλα, στο μακρινό Ρίο ντε Τζανέιρο του 1970, ανακαλούν την ελληνική ζωή στις δικές μας πόλεις, στα δικά μας σπίτια, τη δική μας δεκαετία του ’70. Η εύπορη, παραθαλάσσια συνοικία του Λεμπλόν θα μπορούσε να είναι το Παλαιό Φάληρο, το Καλαμάκι, η Γλυφάδα.
Κι όμως: το 1970 ήταν μια καλή χρονιά για τη Βραζιλία. Αυτό ξέραμε τουλάχιστον μέχρι που είδαμε την ταινία του Βάλτερ Σάλες. Τον Ιούνιο του 1970 στο στάδιο Αζτέκα της Πόλης του Μεξικού ο Πελέ, στο απόγειο της μυθικής του καριέρας, σήκωνε το Παγκόσμιο Κύπελλο θριαμβεύοντας επί της Ιταλίας με 4-1. Ηταν το πρώτο Μουντιάλ που μεταδόθηκε έγχρωμο στις λιγοστές τηλεοπτικές συσκευές της εποχής που είχαν ενσωματώσει τη νέα τεχνολογία.
Οι ελληνικοί συνειρμοί μιας σπουδαίας ταινίας που μας θυμίζει τη σχετικότητα των γεωγραφικών συντεταγμένων.
Ποδόσφαιρο, Ιπανίμα, εφηβικά παιχνίδια στην άμμο, οι δίσκοι του Καετάνο Βελόσο και του Ζιλμπέρτο Ζιλ στο οικογενειακό πικάπ, η επιτομή της ανεμελιάς. Σε αυτή τη Βραζιλία του 1970 μας ξεναγεί ο Σάλες στην τελευταία του ταινία «Είμαι ακόμη εδώ» που παίζεται (ευτυχώς) ακόμη στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Σε αυτή την ανεπαίσθητη τομή του (βραζιλιάνικου) χρόνου μας περιμένει η πολυμελής οικογένεια του πολιτικού μηχανικού και πρώην βουλευτή του Εργατικού Κόμματος της χώρας Ρούμπενς Πάιβα και οι άπειροι φίλοι τους που μπαινοβγαίνουν στο φιλόξενο σπίτι τους δίπλα στην απέραντη θάλασσα. Μέχρι που ο πατέρας συλλαμβάνεται από άνδρες του καθεστώτος της στρατιωτικής δικτατορίας της Βραζιλίας που επιβίωσε για 21 ολόκληρα χρόνια (1964-1985) και οδηγείται για «ανάκριση». Ξαφνικά το καλοκαίρι τελειώνει· μαζί παύουν οι μουσικές, οι χοροί, τα παιχνίδια, ο παράδεισος της παιδικής ηλικίας.
Το (πραγματικό) σπίτι της οικογένειας στο Λεμπλόν δεν υπάρχει πια. Στη θέση του έχει ανεγερθεί μια «καλή» πολυκατοικία, όχι πολύ διαφορετική από τις αντίστοιχες που βλέπουμε στη λεωφόρο Ποσειδώνος. Και χωρίς τους «ελληνικούς» της συνειρμούς το φιλμ του Σάλες θα ήταν και πάλι μια σπουδαία ταινία. Εχουμε (ακόμη) ανάγκη από ταινίες που μας κάνουν να πηγαίνουμε στο σινεμά. Εχουμε ανάγκη από «παλιές» συνήθειες που βιαστήκαμε να ξεγράψουμε.

