
Τι ακριβώς καλούνται να διατρανώσουν οι δημοκρατικοί πολίτες στο άκουσμα της είδησης πως ένας βουλευτής βανδάλισε έργα τέχνης που προσέβαλαν το θρησκευτικό του αίσθημα; Οτι η ελευθερία της έκφρασης είναι ανεξάρτητη από τις πνευματικές ανασφάλειες των θρησκευόμενων. Οτι όπως ο θρησκευόμενος δικαιούται να διατηρεί και να εφαρμόζει την πίστη του, παρομοίως δικαιούται και ο καλλιτέχνης να διατηρεί και να εφαρμόζει τη δημιουργική του άποψη. Οτι, ακόμη και σε περίπτωση κατά την οποία τα ιδεολογικά αγαθά συγκρούονται, οι φορείς τους δεν νομιμοποιούνται να μετέρχονται βίαια μέσα για να επικρατήσουν. Στις δημοκρατίες, πάντως, οι αρχές αυτές είναι δεδομένες· τόσο δεδομένες, που η επαναδιατύπωσή τους λες και πρόκειται για επαναστατικές ιδέες είναι ελαφρώς ύποπτη. Το να διαπραγματεύεσαι το αυτονόητο σαν να μην είναι αυτονόητο βάλλει κατά του αυτονόητου περισσότερο απ’ ό,τι οι πράξεις βανδαλισμού – οι οποίες, εξάλλου, θεωρούνται πράξεις βανδαλισμού ακριβώς επειδή αποδοκιμάζονται ηθικά και νομικά. Το ζήτημα είναι λυμένο.
Η κατάσταση των πραγμάτων
Το κλισέ ρητορικό ερώτημα προκύπτει ευλογοφανώς: «Μήπως τελικά το αυτονόητο δεν είναι και τόσο αυτονόητο; Αν ένας βουλευτής του ελληνικού Κοινοβουλίου συμπεριφέρεται τόσο σκοταδιστικά και μάλιστα σε κοινή θέα, προφανώς το ιδεώδες του σεβασμού στην καλλιτεχνική έκφραση δεν είναι όσο εμπεδωμένο νομίζαμε». Μόνο που η πολιτισμική πρόοδος των κοινωνιών δεν μετριέται από τις πράξεις των ακραίων μελών τους. Οι μισαλλόδοξοι μισαλλόδοξα φέρονται· πρόβλημα θα είχαμε αν φέρονταν μισαλλόδοξα οι μη μισαλλόδοξοι: σε τέτοια περίπτωση, ναι, θα είχε νόημα να μιλήσουμε για κοινωνική οπισθοδρόμηση, δημοκρατικό κίνδυνο και πολιτιστική εκτροπή. Αν κάποιος όμως περιμένει κάτι καλύτερο από έναν βουλευτή της Νίκης ή από έναν θρησκόληπτο γενικότερα, το πρόβλημα δεν το έχει κατ’ ανάγκην ο κόσμος ως σύνολο, αλλά ίσως εκείνος που ξεχνάει ότι τα σύνολα πάντα περιλαμβάνουν δυσλειτουργικά υποσύνολα. Δεν πάμε «από το κακό στο χειρότερο» επειδή ανάμεσά μας κυκλοφορούν γραφικοί αγκαλιά με τον φανατισμό τους. Οι γραφικοί υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα σε διάφορες εκδοχές, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επικίνδυνες. Φοβόμαστε μήπως αυξάνεται ο αριθμός τους; Αυτή είναι όντως μια ανησυχητική προοπτική, αλλά είναι και μια εντελώς διαφορετική κουβέντα.
Ηθική και πονηριά
Εστιάζοντας στο ηθικό σκέλος της παρεκτροπής του βουλευτή (δεν ντρέπεται ολόκληρος βουλευτής να φέρεται σαν υστερικός;) παραμελούμε το στρατηγικό: Ενδέχεται ο Νίκος Παπαδόπουλος να φέρθηκε όπως φέρθηκε ακριβώς επειδή είναι βουλευτής· επειδή ξέρει ότι απευθύνεται σε μια εκλογική πελατεία με συγκεκριμένα θυμικά χαρακτηριστικά, η «ιερή οργή» της οποίας είναι γι’ αυτόν συμφέρουσα – γι’ αυτό και την παροξύνει. Αλήθεια, για ποιον λόγο βρέθηκε ο βουλευτής σε μια έκθεση που δεν τον αφορά; Δεν είναι ότι οι «πειραγμένες» μορφές αγίων έφτασαν απρόσκλητες στην αλληλογραφία του. Πόσοι τον ήξεραν πριν αποφασίσει να τα σπάσει και να υποδαυλίσει έτσι την παρωχημένη διένεξη για τα όρια της ελευθερίας και το απυρόβλητο ή μη της δογματικής ευσέβειας; Το κίνητρο της έκρηξης δεν αλλάζει την απαξία της έκνομης και απολίτιστης ενέργειας. Υπάρχει όμως μια μεγάλη πιθανότητα η έκρηξη να μην ήταν ακριβώς έκρηξη, αλλά μια σκηνοθετημένη ενέργεια αυτοπροβολής: ο μέχρι πρότινος γνωστός μόνο σε σχετικούς κύκλους βουλευτής, τώρα «ψαρεύει» οπαδούς σε μεγαλύτερες θάλασσες.
Με μέτρο
Το γεγονός ότι ο ταραξίας έχει πονηρή ατζέντα δεν σημαίνει ότι θα τον παρακολουθούμε να ασχημονεί ατάραχοι. Μπορούμε και οφείλουμε να μιλάμε ενάντια στον παραλογισμό που διεκδικεί περιωπή δικαιολογημένης αντίδρασης. Καλό, βέβαια, είναι να μη δίνουμε στον προβοκάτορα αυτό που ζητάει στο πιάτο: την προσοχή μας χωρίς όρους και όρια. Γιατί τώρα που τα γεγονότα στην Εθνική Πινακοθήκη κατακεραυνώθηκαν μαζικά και ασυγκράτητα, τον ευέξαπτο βουλευτή γνωρίζουν πια όλοι όσοι θα μας συνέφερε να μην τον μάθουν ποτέ: φανατικοί ορθόδοξοι σε αναζήτηση αφορμής για σταυροφορία, ετοιμοπόλεμοι τραμπούκοι, επαγγελματίες πολέμιοι της «νέας τάξης πραγμάτων». Συχνά αναρωτιόμαστε πώς οι απίθανοι λαϊκιστές καταφέρνουν να συσπειρώσουν κόσμο και να μπουν στη Βουλή· πώς αποκτούν πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα άτομα ασόβαρα και αναξιόπιστα. Κάπως έτσι γίνεται η δουλειά.
Το μάθημα
Ενας άνδρας εν εξάλλω και μερικά σπασμένα γυαλιά δεν έχουν τη δύναμη να πλήξουν την τέχνη. Το ηθικό των καλλιτεχνών δεν κάμπτεται από τέτοιες οικτρές απόπειρες φίμωσης κι εκφοβισμού, ίσα ίσα, ενισχύεται καθώς η πραγματικότητα αποδεικνύει με τον πιο χειροπιαστό τρόπο αυτό που κάθε καλλιτέχνης έχει ανάγκη να ακούσει: πως δεν περνάει αδιάφορος. Στους βανδάλους δεν μπορούν να ειπωθούν πολλά· ίσως κάποτε αλλάξουν μυαλά, αν είναι τυχεροί. Σε όσους κόπτονται για τους βανδαλισμούς των «εικονοκλαστικών» έργων, ωστόσο, μπορεί να ειπωθεί κάτι σημαντικό με αφορμή τα γεγονότα της Πινακοθήκης: Πώς θα τους φαινόταν αν ο βανδαλισμός ονομαζόταν «παρέμβαση»; Αν όσοι τελικά καταδίκασαν την επίθεση εξαρτούσαν τη στάση τους από την πολιτική θέση του καλλιτέχνη ή το ιδεολογικό συμφραζόμενο του έργου του; Ας είναι αυτή μια ευκαιρία να απομονωθούν οι σκοταδιστές, αλλά και να ωριμάσουν λίγο όσοι τοποθετούν τον εαυτό τους στη σφαίρα των προοδευτικών.

