Ναι, μπορεί – για να απαντήσουμε αμέσως στο ερώτημα του τίτλου. Μάλλον, πιο σωστά: ΚΑΙ η βλασφημία μπορεί να είναι τέχνη. Ακόμα και ο ίδιος ο βανδαλισμός έργων τέχνης μπορεί να γίνει τέχνη, όπως έδειξε η Εθνική Πινακοθήκη με την εγκατάσταση «Το σύμπτωμα» την επομένη του βανδαλισμού.
Ο ρόλος της τέχνης είναι να πιάνει θέματα, σύμβολα, αφηγήσεις, μύθους και να τα προσεγγίζει μέσα από μια νέα, άλλη ματιά. Κάποτε αυτό το κάνει με επιτυχία και άλλοτε με αποτυχία.
Μπορεί, δηλαδή, να είναι κακή τέχνη ή μέτρια ή αδιάφορη, αλλά αυτή είναι άλλη κουβέντα από αυτή που προκλήθηκε με τον βανδαλισμό έργων τέχνης στην Εθνική Πινακοθήκη.
Βεβαίως, η όλη επίθεση δεν βασίζεται σε κάποια συζήτηση αισθητικού ή άλλου χαρακτήρα αλλά σε μία και μόνη παράμετρο: ότι τα έργα ΔΕΝ έπρεπε να έχουν εκτεθεί ποτέ. Οτι ορισμένα πράγματα ΔΕΝ πρέπει να θίγονται, να αγγίζονται.
Μια πτυχή στην όλη υπόθεση έχει να κάνει με το ότι η Εθνική Πινακοθήκη δεν είναι ιδιωτικό ίδρυμα αλλά δημόσιο, κρατικό. Συνεπώς δεν μπορεί «να κάνει ό,τι θέλει». Διότι αυτό που κάνει το κάνει με «χρήματα των φορολογουμένων».
Αυτή η συλλογιστική είναι πολύ διαδεδομένη τα τελευταία χρόνια· την ακούμε υπερβολικά συχνά. Εξίσου συχνά είναι άσχετη, π.χ., με ζητήματα διαχείρισης του δημόσιου χρήματος ενός πολιτιστικού ιδρύματος, αντιθέτως, ως επιχείρημα, επικεντρώνεται πολλές φορές στην ίδια την ουσία της αποστολής του ιδρύματος: στον τρόπο ανάδειξης της καλλιτεχνικής έκφρασης στη χώρα μας εν προκειμένω.
Η συλλογιστική αυτή σημαίνει ένα πράγμα μόνο: ότι, ενώ ένα ιδιωτικό μουσείο μπορεί να εκθέτει «ό,τι θέλει», ένα δημόσιο μουσείο δεν έχει αυτό το δικαίωμα.
Ναι, ένα ιδιωτικό πολιτιστικό ίδρυμα μπορεί να ξοδέψει όσα χρήματα επιθυμεί σε ένα πρότζεκτ (έκθεση, παράσταση κτλ.)· ένα δημόσιο ίδρυμα οφείλει να λογοδοτεί επ’ αυτού. Διότι διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα.
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, όμως, η Εθνική Πινακοθήκη έχει κληθεί να λογοδοτήσει για την επιλογή των έργων – για την ουσία της δουλειάς της δηλαδή. Για το πώς θα στήνει εκθέσεις, με τι έργα, με τι θεματολογία.
Αυτό με τη σειρά του, ως αντίληψη, σημαίνει ότι το Δημόσιο, το ελληνικό κράτος στην περίπτωση αυτή, δεν επιτρέπει ορισμένα πράγματα να λέγονται και να θίγονται.
Προσοχή: Δεν μιλάμε εδώ για κριτική, για λεκτική αντιπαράθεση ή και για προσφυγή στη Δικαιοσύνη, αλλά για επίθεση, για βανδαλισμό. Για φίμωση. Μια στάση σύμφωνα με την οποία «παίρνω τον νόμο στα χέρια μου».
Ολοι κρίνονται. Και οι διευθυντές ή οι διευθύντριες των μουσείων, δημόσιων και μη. Κρινόμαστε κι εμείς οι ίδιοι όταν εκφέρουμε μια άποψη. Κρινόμαστε όμως· δεν φοβόμαστε. Δεν πρέπει να έχουμε κανένα λόγο να φοβόμαστε.

