O διάδρομος που χωρίζει τις δύο προθήκες είναι στενός και σκοτεινός. Πολύ στενός για να χωρέσει ογδόντα μικρά ξαφνιάσματα. Αλλά όσο πρέπει ημιφωτισμένος για να ταιριάζει στις μορφές που έχει χαράξει ο Γκόγια: Πρόσωπα σαπισμένα, με μάτια χαμένα μέσα στις κόγχες τους, δίποδα ορνεοκέφαλα και γαϊδουρόμορφα, προβαίνουν με σατανικά χαμόγελα σε πράξεις αποτρόπαιας γελοιότητας: Κάποιος δέρνει ένα παιδί με τον πάτο ενός παπουτσιού, άλλοι προσκυνούν σαν θεό έναν παπαγάλο, μια γυναίκα σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της για να κλέψει το δόντι ενός απαγχονισμένου. Φρίκη;
Οχι. Τα Caprichos του μεγάλου Ισπανού, που εκτίθενται στριμωγμένα στην Εθνική Πινακοθήκη, είναι μια ανελέητη αποφλοίωση της ανθρώπινης ύλης, μέχρι το μεδούλι της κτηνώδους καταβολής της. Τα γλιτώνει όμως από τη φρίκη ο σαρκασμός. Τα ανθρωποτέρατα επιστρατεύονται όχι ως σκιάχτρα, αλλά ως καρναβαλικά όντα για να παραστήσουν τον κόσμο ανάποδα.
Το πιο διάσημο από τα Caprichos είναι «Ο ύπνος της λογικής» που «παράγει τέρατα». Μια ανδρική φιγούρα κοιμάται καθισμένη και πίσω της, σαν να εκπορεύονται από το κεφάλι της, ξεπηδούν απόκοσμα πτηνά. Ο Γκόγια σαν να περίμενε τον βουλευτή που βανδάλισε τη δίδυμη έκθεση της Πινακοθήκης για το αλλόκοτο. Σαν να τον είχε προζωγραφίσει, δυόμισι αιώνες πριν.
Η ευεργεσία του βάνδαλου προς το έργο τέχνης.
Είναι άραγε δικαιολογημένος ο ηθικός πανικός για τον «σκοταδισμό» που φέρνει ο βάνδαλος, αλλά και όσοι –μεταξύ τους και η Ιερά Σύνοδος– δικαιολογούν το διάβημά του; Είναι τόσο εύθραυστη η ελευθερία του λόγου και της καλλιτεχνικής έκφρασης, ώστε να μπορεί να την πλήξει ένα χουλιγκανικό ξέσπασμα; Μήπως δεν έχει εντάξει ήδη η σύγχρονη τέχνη τέτοια ξεσπάσματα στην τελετουργία της;
Πριν από τον βάνδαλο, κανείς δεν είχε υποψιαστεί ότι τα έργα που επιλέχθηκαν ως εικαστικό σχόλιο στον Γκόγια είχαν τόση δύναμη, ώστε να ρισκάρει κανείς για χάρη τους τον αυτοεξευτελισμό του. Την ώρα που εξαπολύει εναντίον τους όλη του την ιερή μανία, ο βάνδαλος αναγνωρίζει σε αυτό που βεβηλώνει μια αντίπαλη ιερότητα, στην έλξη της οποίας δεν μπορεί να αντισταθεί.
Την ίδια βέβηλη έλξη θα πρέπει να είχε νιώσει και ο αγιογράφος που, κατά τον 18ο αιώνα, αποφάσισε να ζωγραφίσει τον Αγιο Χριστόφορο κυνοκέφαλο, για να τον μιμηθεί σήμερα ο χαράκτης Χριστόφορος Κατσαδιώτης. Αναπλάθοντας το συμβολικό σύμπαν που τού κληροδοτήθηκε, ο αγιογράφος έδρασε ταυτόχρονα και ως εικονοκλάστης, χορηγώντας και στον απώτερο επίγονό του την ελευθερία να φανταστεί μέσα στο φωτοστέφανο ένα κεφάλι σκύλου.
Μεταξύ του αγιογράφου και του εικονοκλάστη αναπτύσσεται η ίδια άμιλλα που διέπει εντέλει και τη σχέση του χούλιγκαν με το έργο τέχνης. Ο φανατικός νομίζει ότι καταστρέφει την εικόνα που μισεί, ενώ το μίσος του την ενεργοποιεί. Την ξεκολλάει από τον τοίχο και τη ρίχνει στην όντως ζωή. Κανείς δεν πιστεύει τόσο πολύ στη δύναμη της τέχνης, όσο εκείνος που δαιμονίζεται για χάρη της.

