Είναι μερικές δηλώσεις δημοσίων προσώπων που σε προβληματίζουν όχι τόσο για την ουσία τους όσο για το αν πρέπει να τις σχολιάσεις ή να τις αφήσεις στην άκρη. Είτε είναι κραυγαλέα ανόητες ή εκ προθέσεως προκλητικές, είτε είναι εντυπωσιακά ασυνάρτητες. Και όμως τυγχάνουν ευρείας δημοσιότητας, προκαλούν τα ευμενή σχόλια των ακολούθων και η πρόκληση για τον αντίλογο είναι μεγάλη. Αλλά όταν τα δάκτυλα ακουμπούν το πληκτρολόγιο για τον σχετικό σχολιασμό, αίφνης διαπιστώνω ότι είναι πολύ δύσκολο να αντιπαρατεθώ με αυτούς τους ανθρώπους για έναν απλό λόγο: διότι μιλάμε άλλη γλώσσα. Είναι λάθος τακτικής να τους αντιμετωπίσεις με τη δομή και το περιεχόμενο του δικού σου λόγου και ακόμα μεγαλύτερο λάθος να προσπαθήσεις να βάλεις τον λόγο σου στα καλούπια του δικού τους λόγου, για να είναι πιο αποτελεσματικός. Στη δεύτερη περίπτωση και δεν είσαι ο εαυτός σου και κυρίως δεν έχεις ακροατήριο. Οι δικοί σου δεν σε αναγνωρίζουν και οι άλλοι σε προσπερνούν.
Συνεπώς, η πιο συνετή τακτική είναι η αποχή από κάθε σχολιασμό τέτοιου τύπου δηλώσεων. Αλλωστε, οι περισσότερες από αυτές γίνονται για λόγους εντυπωσιασμού, απευθύνονται σε πολύ συγκεκριμένο κοινό και εξασφαλίζουν μια ανέξοδη δημοσιότητα. Αρα, ο σχολιασμός τους ουσιαστικά συμβάλλει στην αναπαραγωγή τους και ο σχολιαστής έχει πέσει στην παγίδα που του έχει στήσει όποιος έκανε το επίμαχο σχόλιο: να ασχοληθεί και αυτός μαζί του. Αυτά τα δημόσια πρόσωπα δεν τα απασχολεί η αρνητική κριτική. Απεναντίας σε αυτήν βρίσκουν τη δικαίωσή τους, καθώς είναι θιασώτες της αρχής «καλύτερα να σε βρίζουν παρά να σε αγνοούν». Τούτου δοθέντος, το να τους αγνοήσεις είναι η καλύτερη συνταγή. Αλλωστε, έτσι διασώζεις και το ύφος του λόγου σου.
Κάποια δημόσια πρόσωπα δεν τα απασχολεί η αρνητική κριτική, καθώς είναι θιασώτες της αρχής «καλύτερα να σε βρίζουν παρά να σε αγνοούν».
Ανοίγω παρένθεση. Το σημαντικότερο στοιχείο ενός σχολιαστή είναι η προσωπική του γραφή. Είναι η σφραγίδα του. Είναι ο κώδικας επικοινωνίας με τους αναγνώστες του. Αν αυτός ο κώδικας αλλοιωθεί, διαταράσσεται και χαλαρώνει και η σχέση τους. Αρχίζουν και δημιουργούνται ερωτήματα από τον αναγνώστη για την αξιοπιστία του σχολιαστή. Είναι μια γενικότερη αρχή, ο καθένας με το κοινό του, με το ακροατήριό του. Οταν επιζητάς το χειροκρότημα από όλους, το πιο πιθανό είναι στο τέλος να μη σε χειροκροτήσει κανένας. Το στρογγύλεμα των απόψεων αναπόφευκτα ευνουχίζει τον προσωπικό λόγο καθιστώντας τον άνευρο, χωρίς το απαραίτητο τελικό «διά ταύτα» που συμπυκνώνει την ουσία του κειμένου.
Για να επανέλθω στην αρχή των σκέψεών μου. Στην ανοησία, όση δημοσιότητα και αν έχει πάρει, δεν απαντάς, διότι θα χάσεις την όποια εγκυρότητά σου. Οταν τέτοιες δηλώσεις κάνουν ευφυείς άνθρωποι μπορεί να κρύβονται ποικίλες σκοπιμότητες, χωρίς να αποκλείουμε και ένα «μπλακ άουτ» στην έκφραση λόγου. Μερικές φορές συμβαίνει και αυτό. Αυτές είναι οι σκέψεις μου με αφορμή δηλώσεις περί πρωθυπουργοποίησης της κυρίας Καρυστιανού.

