Το 1816, ο λόρδος Βύρων δημοσίευσε το ποίημα «Σκοτάδι». Πυκνό σκοτάδι να καλύπτει τη Γη σε αυτό, οδηγώντας στον αφανισμό του ανθρώπου. Μέσα στον πανικό τους, οι άνθρωποι ανάβουν φωτιές: καίνε δάση, καίνε πόλεις. Μάταια όμως· η Γη βυθίζεται στην ακινησία του απόλυτου σκότους.
Την ιστορία του ποιήματος μνημονεύουν οι Ντομινίκ Πέτμαν και Γιουτζίν Θάκερ, καθηγητές στο Πανεπιστήμιο The New School της Νέας Υόρκης, στο βιβλίο τους «Sad Planets» (Θλιμμένοι πλανήτες, εκδ. Polity Press, 2024 – δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά). Ο Βύρων το έγραψε το καλοκαίρι του 1816, στη λίμνη της Γενεύης, συντροφιά με τον Πέρσι Σέλεϊ, όταν μαύρα σύννεφα κάλυψαν τη νότια Ευρώπη ρίχνοντας τη θερμοκρασία, επηρεάζοντας τις καλλιέργειες και οδηγώντας σε δραματική έλλειψη τροφίμων. Το φαινόμενο έμεινε γνωστό ως η «χρονιά χωρίς καλοκαίρι» και ήταν συνέπεια της έκρηξης του ηφαιστείου Ταμπόρα, στο νησί Σουμπάουα της Ινδονησίας.
Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, όμως, η αιτία της μαυρίλας παρέμεινε ανεξήγητη για πολύ καιρό. Ο αλαφροΐσκιωτος Βύρων «είδε» σε αυτήν κάτι αποκαλυπτικό, οραματιζόμενος τον αφανισμό της ανθρωπότητας.
Το γεγονός ενέπνευσε και άλλα τέτοια κείμενα, όπως το επικό μυθιστόρημα που έγραψε εκείνη η απίθανη γυναίκα, η Μαίρη Σέλεϊ, δέκα χρόνια μετά (1826), με τίτλο «Ο τελευταίος άνθρωπος», όπου εστιάζει στους στοχασμούς του τελευταίου ανθρώπου που μένει ζωντανός πάνω στη Γη.
Ωραία σκέψη. Εχουμε τον βιβλικό μύθο του πρώτου ανθρώπου, αλλά τι γίνεται με τον τελευταίο άνθρωπο; Πλήττει και αυτός όπως ο Αδάμ; Δεν έχει να δώσει ονόματα στα ζώα· αυτό έχει ήδη γίνει. Και δεν υπάρχει ο Δημιουργός για να του προσφέρει μια συντροφιά. Οπότε;
Το κλίμα, η φύση, έχει μια αυτοτέλεια και η παραμικρή διαταραχή σημαίνει κάτι βιβλικό για εμάς – βιβλικό με την έννοια μιας ανυπολόγιστης καταστροφής. Υπάρχει όμως και το «κλίμα» που φτιάχνουμε εμείς. Η τεχνητή «φύση» που δημιουργούμε, αν όχι εμείς, σίγουρα οι ισχυροί της Γης.
Φύση και άνθρωπος μοιάζει να κονταροχτυπιούνται στην ερωτοτροπία των καιρών μας με την καταστροφή. Από τις φωτιές στην Καλιφόρνια και την πρωτοφανή αλυσίδα σεισμών στο Αιγαίο (που μας άφησαν με το βασανιστικό ερώτημα εάν έπεται κάτι ακόμα) έως το γκροτέσκο θεατρικό που στήθηκε στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, με τους «νταήδες» Τραμπ – Βανς να στρώνουν τον δρόμο για την ανίερη συμμαχία μιας φιλελεύθερης δημοκρατίας με μια οπισθοδρομική απολυταρχία, αναδύεται εκ νέου το συλλογικό αίσθημα «ενός κάποιου τέλους»: ο κόσμος μας έχει μεταμορφωθεί· ο κόσμος αυτός δεν μας χωράει πια. Δεν υπάρχει θέση για ορισμένους από εμάς εκεί. Ή μήπως όχι; Η συνέχεια αύριο.

