Το έχουμε γράψει πολλές φορές από αυτήν τη στήλη: η συλλογική εμμονή με το τέλος του κόσμου είναι διαχρονική, αλλά τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται να έχει ενταθεί, κυρίως μέσα από μυθοπλασίες περί της κατάρρευσης του πολιτισμού· εξαιτίας εξωγήινης εισβολής, «αποκάλυψης των ζόμπι» είτε φονικού ιού, ο κόσμος δεν είναι πια αυτός που ξέραμε: η τεχνολογία έχει τελειώσει, έχουν ισοπεδωθεί θεσμοί και κάθε κρατική οργάνωση. Πλέον, οι άνθρωποι στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου για να επιβιώσουν.
Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος» του Αμερικανού Κόρμακ Μακάρθι (1933-2023), που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα από τις εκδόσεις Guttenberg, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα αφήγησης, από τις πλέον δραστικές που έχουμε διαβάσει (το 2009 έγινε και ταινία με πρωταγωνιστή τον Βίγκο Μόρτενσεν).
Ο Μακάρθι ήταν σπουδαίος συγγραφέας· ακολουθούσε μια περίεργα δωρική, παρατακτική αφήγηση, με στακάτους διαλόγους που όμως «τους άκουγες»: η μουσικότητά τους ήταν ακριβώς αυτή η πειστικότητα που τους διέκρινε.
Ο Μακάρθι είχε μια γόνιμη εμμονή με τις επιστήμες και την τεχνολογία, όπως και με τις πρακτικές λειτουργίες της καθημερινότητας. Ο ίδιος ήταν, διαβάζουμε, δεινός μάστορας (ήξερε να λύνει και να δένει μηχανές αυτοκινήτων) και ήξερε επίσης να μπολιάζει όλα αυτά τα στοιχεία στις αφηγήσεις του δίχως να είναι διόλου «εγκυκλοπαιδικές».
Ακόμα περισσότερο, είχε αυτή την τρομακτική ικανότητα να συνδυάζει την αφόρητα ρεαλιστική ωμότητα με έναν ποιητικό λυρισμό, τη συμβαντολογική καταγραφή και την εξέλιξη μιας περιπέτειας με τον στοχασμό και τη φιλοσοφική ενατένιση. Ολα αυτά τα στοιχεία είναι πολύ έντονα στον «Δρόμο», μυθιστόρημα δρόμου, σκληρό, μηδενιστικό σχεδόν, αλλά και γεμάτο από στιγμές γνήσιας, ανιδιοτελούς αγάπης, αυτοθυσίας και αφοσίωσης.
Ο «Δρόμος» περιγράφει την πορεία ενός πατέρα με τον μικρό του γιο από Βορρά προς Νότο, σε μια Αμερική που έχει υποστεί καθολική καταστροφή, που όμως δεν κατονομάζεται ποτέ. Οι δυο τους κινούνται προς πιο ζεστά μέρη, όπου υποτίθεται ότι τα πράγματα είναι πιο ασφαλή. Διασχίζουν μια Αμερική ερημωμένη, διάσπαρτη με μισοφαγωμένα πτώματα, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι του σούπερ μάρκετ με ό,τι μπόρεσαν να συγκεντρώσουν για να επιβιώσουν (υπαινικτικό, ειρωνικό σχόλιο για την κατάρρευση του καταναλωτισμού…). Ο μεγάλος τους τρόμος είναι οι ομάδες των κανιβάλων, που σαν παραστρατιωτικές συμμορίες τριγυρνούν προς άγραν θυμάτων. Μπορεί η εικόνα ενός πατέρα με τον γιο του σε μια έρημη χώρα με κανίβαλους να είναι ακραία, αλλά συνήθως αυτό που η τέχνη κάνει είναι να μιλάει για το πραγματικό μέσα από ένα μεγεθυντικό φακό του μικροσκοπίου: εκεί, ακόμα και ένα μυρμήγκι μοιάζει πλέον με εξωγήινο τέρας. Θα συνεχίσουμε όμως αύριο.

