Σε πρόσφατη δημοσκόπηση, το 43% των αμερικανών δηλώνουν ότι στηρίζουν τις επιλογές του Προέδρου τους κατά τον πρώτο μήνα της θητείας του. Οι ψηφοφόροι του Τραμπ ποτέ δεν θα “καταλάβουν ότι έκαναν λάθος”. Δεν είναι μόνο το ότι προς το παρόν, απομονωμένοι στις μιντιακές τους φούσκες, δεν διαβάζουν και δεν βλέπουν πουθενά τίποτε που να αναφέρει ότι στη χώρα τους διεξάγεται ένα διοικητικό πραξικόπημα, ή ότι η Ουκρανία και η Γάζα εγκαταλείπονται στην τύχη τους. Πρέπει μετά από τόσα χρόνια να καταλάβουμε ότι κανένας δεν έχει παραπλανηθεί. Κανένας ψηφοφόρος κανενός Τραμπ και κανενός Brexit (και καμιάς Χρυσής Αυγής και κανενός Μπολσονάρου) δεν “εξαπατήθηκε”. Αυτό ήθελαν. Αφού το πάρουμε απόφαση αυτό, μπορούμε μετά περάσουμε στο επόμενο στάδιο, για να καταλάβουμε γιατί τόσος πολύς κόσμος θέλει την καταστροφή της δημοκρατίας και των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα του. Υπάρχουν, κατά τη γνώμη μου, δύο λόγοι. Ένας καλός κι ένας κακός.
Ο καλός λόγος έχει να κάνει με τις διαχρονικές ανισότητες στις δημοκρατικές κοινωνίες. Οι άνθρωποι δεν είναι ηλίθιοι. Πολλοί από αυτούς τους ψηφοφόρους ξέρουν καλά τι είναι ο κάθε Τραμπ. Γνωρίζουν ότι πρόκειται για έναν ανερμάτιστος και βαθιά άσχετο για τα περισσότερα πράγματα ηλικιωμένο κλόουν. Αντιλαμβάνονται ότι όλα όσα λέει είναι ψέματα. Δεν είναι όλοι αποβλακωμένοι από το Fox News και τα σόσιαλ μίντια -πολλοί καταλαβαίνουν τι γίνεται. Ταυτόχρονα, όμως, καταλαβαίνουν στο πετσί τους και κάτι άλλο. Ότι “το συστήμα” δεν λειτουργεί γι’ αυτούς. Ότι το status quo δεν τους συμφέρει. Ο κόσμος αλλάζει, οι κοινωνίες προοδεύουν, οι οικονομίες καλπάζουν, οι τεχνολογίες απογειώνονται, και οι ζωές τους δεν γίνονται καλύτερες. Αν μη τι άλλο, τις βλέπουν να χειροτερεύουν. Κοιτάζουν στις οθόνες τους και βλέπουν να τους τρίβουν στα μούτρα έναν κόσμο ευμάρειας, ευκαιριών, προοπτικών και πλούτου -για τους άλλους. Οι ίδιοι ζορίζονται. Τα παιδιά τους ζορίζονται. Όλες αυτές οι ευκαιρίες είναι μακριά, αλλού, δεν τους αφορούν. Κι εκεί, οι ελιτιστές και οι περισπούδαστοι (καλή ώρα) θα κουνήσουν το δάχτυλο και θα πουν: μα γιατί τότε αυτοί οι άνθρωποι δεν ψηφίζουν τα κόμματα που στηρίζουν τους φτωχούς και τους αναξιοπαθούντες, τους απανταχού Εργατικούς, Δημοκρατικούς, Σοσιαλιστές, αυτούς που υπόσχονται να καταπολεμήσουν τις ανισότητες και να αναδιανείμουν τον πλούτο πιο δίκαια; Πρώτον, τους ψήφισαν. Παραδοσιακά οι φτωχότεροι αυτούς ψηφίζουν. Μα έτσι, στη δημοκρατική Δύση οι απανταχού Εργατικοί, Δημοκρατικοί, Σοσιαλιστές και άλλοι, εξελέγησαν. Πολλές φορές. Δοκιμάστηκαν στην πράξη, ξανά και ξανά, δεκαετίες τώρα. Και αποδείχτηκαν ελλιπείς. Οι κοινωνίες δεν έγιναν πιο δίκαιες. Ο πλούτος, οι ελευθερίες και οι ευκαιρίες συσσωρεύονται σε αυτούς που είναι ήδη πλούσιοι. Με τα χρόνια, με τις δεκαετίες ειρήνης, γεωπολιτικής νηνεμίας και συνταγματικής νομιμότητας να περνάνε, οι ψηφοφόροι διαπίστωσαν ότι το πρόβλημα δεν είναι τα κόμματα. Στην τελική, οι ζωές τους χάλια γίνονται, όποιος κι αν κυβερνά. Άρα; Φταίει το σύστημα. Ολόκληρο το σύστημα. Λειτουργεί μια χαρά, όποιος κι αν κυβερνά, αλλά για άλλους. Για τους ελιτιστές και τους περισπούδαστους. Αυτοί έχουν την πολυτέλεια να θεωρούν λέξεις όπως “δημοκρατία”, “Σύνταγμα”, “ισότητα” και “ανθρώπινα δικαιώματα” υπέρτατες κοινωνικές αξίες. Οι υπόλοιποι, όμως, βλέπουν τα πράγματα με περισσότερο κυνισμό, όχι εντελώς αδικαιολόγητο. Σε κάποιο επίπεδο, πάρα πολλοί από αυτούς γνωρίζουν ότι ο Τραμπ είναι άχρηστος και ο Φαράτζ σούργελο και η Λεπέν απατεώνισσα. Αλλά ξέρουν, επίσης, ότι αυτοί προτείνουν κάτι άλλο. Ότι κι αυτοί απορρίπτουν το σύστημα. Μπορεί να το απορρίπτουν για άλλους, ιδιοτελείς και ποταπούς λόγους (και αυτό το ξέρουν οι πολίτες) αλλά τι σημασία έχει; Η καταστροφή του συστήματος, μαζί με τις όμορφες και υψηλές αξιές του, γι’ αυτούς δεν είναι απειλή. Είναι μια πιθανή λύση. Τι τους ενδιαφέρει το αν θα καταρρεύσει η “διάκριση των εξουσιών” και η “συνταγματική νομιμότητα”; Πώς ακριβώς τους έχει ωφελήσει η “συνταγματική νομιμότητα” πενήντα χρόνια τώρα; Κάποιοι καταλαβαίνουν απόλυτα ότι ο Τραμπ θέλει να γίνει δικτάτορας και δεν τους νοιάζει καθόλου. Τους αρκεί το ότι οι πιθανότητες μια αμερικανική δικτατορία να είναι ένα καλύτερο σύστημα από το σημερινό γι’ αυτούς και για τις οικογένειές τους είναι μεγαλύτερες από μηδέν. Προφανώς κάνουν λάθος (πάντα, ιστορικά, όλες αυτές οι επιλογές, οι οπισθοχωρήσεις από τη δημοκρατία, αποδείχτηκαν λάθη). Αλλά το ότι αυτό πολλούς από εμάς μας ξενίζει ή μας προκαλεί αποστροφή, λέει περισσότερα για εμάς, και για το πόσο μακριά είμαστε από τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία βιώνει τα ακραία, δομικά κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα, παρά για αυτούς. Κι αυτό είναι επίσης ένα πολύ σημαντικό θέμα. Γιατί πρέπει κι εμείς να χωνέψουμε ότι, ακόμα και αν τελικά το ξεπέταγμα αυτό της λαϊκιστικής ακροδεξιάς και του απολυταρχισμού είναι βραχύβιο και ευκαιριακό, ωστόσο επιστροφή στο παλιό status quο δεν υπάρχει. Η ιδέα ότι κάποια στιγμή, σύντομα, οι ΗΠΑ θα επιστρέψουν κάποτε σε μια νορμάλ κανονικότητα, στην κατάσταση που βρίσκονταν πριν επέλθει ο μολώχ του Τραμπισμού, είναι μια φαντασίωση. Δεν υπάρχει επιστροφή. Το στοίχημα είναι η διαμόρφωση ενός οράματος για τη μετάβαση από το τραυματικό σημερινό ναδίρ σε ένα εντελώς διαφορετικό, καλύτερο, δικαιότερο δημοκρατικό νέο αύριο. Αλλά αυτό είναι το θέμα για ένα άλλο άρθρο.
Όμως υπάρχει κι ένας άλλος λόγος που στέλνει τους πολίτες στην αγκαλιά φασιστών και λαϊκιστών τύπου Τραμπ. Οι ψηφοφόροι τους δεν είναι μόνο φτωχοί ή καταφρονεμένοι, οι “χαμένοι της παγκοσμιοποίησης” που λέγαμε το αθώο 2016. Πάρα πολλοί ψηφοφόροι του Τραμπ δεν είναι καθόλου φτωχοί, ούτε οι ζωές τους χειροτερεύουν αισθητά καθώς οι οικονομικές ανισότητες εντείνονται. Το πιο παραγνωρισμένο κίνητρο ενός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος είναι παραγνωρισμένο ακριβώς επειδή είναι δύσκολο να το θίξει κανείς με λεπτότητα και τακτ. Είναι το μίσος.
Στην εποχή μας ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι σε χώρες όπου διεξάγονται δημοκρατικές εκλογές δεν πηγαίνουν στις κάλπες για να διορίσουν τους καταλληλότερους εκπροσώπους τους, αλλά για να εκφράσουν κάποιες γνώμες τους. Η πολιτική διεξάγεται μέσα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ και μέσα από τα social media εδώ και δεκαετίες με όρους όχι πολιτικούς, αλλά ψυχαγωγικούς. Πρόκειται για θέαμα, για ένα μακρόσυρτο ριάλιτι που παίζει διαρκώς σε οθόνες κάθε μεγέθους, σαν Squid Game με κοστούμια. Με την ευθύνη όλων -των πολιτικών, των καναλιών, των ολιγαρχών της Σίλικον Βάλεϊ και των αλγορίθμων τους- ο στόχος του πολιτικού διαλόγου είναι η επίκληση στο συναίσθημα και, ολοένα και περισσότερο, στα ταπεινότερα των συναισθημάτων. Ένα τεράστιο μέρος των εξαγριωμένων ψηφοφόρων της εποχής μας δεν πηγαίνουν στις κάλπες για να εκφραστούν πολιτικά, αλλά για να διαμαρτυρηθούν για κάτι και, συχνά, για να προκαλέσουν πόνο σε αυτούς που μισούν. Μπορεί ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος στις ΗΠΑ να ψήφισε Τραμπ επειδή δεν τους νοιάζει καθόλου αν καεί/γκρεμιστεί/το Καπιτώλιο στη γη, αλλά ένα άλλο μέρος τον ψήφισε επειδή θέλει να δει ομάδες του πληθυσμού που μισούν να υποφέρουν.
Σε ένα πρόσφατο ρεπορτάζ του κωμικού Τζόρνταν Κλέπερ, που εδώ και πολλά χρόνια ταξιδεύει ανά τις ΗΠΑ και παίρνει συνεντεύξεις από τους ψηφοφόρους του Τραμπ, τους ρωτούσε για το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετώπίζει η χώρα κατά τη γνώμη τους, και όλες και όλοι είπαν το ίδιο: η “παράνομη μετανάστευση” και η “κρίση στα σύνορα”. Μετά τους ρώταγε: και πώς σας επηρεάζει αυτό το πρόβλημα προσωπικά; Και δεν είχε κανένας να απαντήσει τίποτε, καθότι όλοι ζούσαν σε περιοχή που είχε ελάχιστους παράνομους μετανάστες. Στην εποχή μας γιγάντια κομμάτια του πληθυσμού έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί εξαγριωμένοι ενάντια σε απειλές οι οποίες κατά κανόνα είναι ανύπαρκτες. Βρετανοί λυσσάνε κατά των παράνομων μεταναστών που νομίζουν ότι κάνουν απόβαση με βάρκες από τη θάλασσα -μολονότι οι περισσότεροι “παράνομοι μετανάστες” στη Βρετανία είναι νόμιμοι επισκέπτες των οποίων η βίζα έχει λήξει. Στην Ουγγαρία έχουν τη μετανάστευση για σημαντικότερο πρόβλημα εδώ και μια δεκαετία σχεδόν -μολονότι δεν έχουν σχεδόν καθόλου μετανάστες. Και, βέβαια, κόσμος εξεγείρεται και εξαγριώνεται για το αν τρανς γυναίκες μπαίνουν στις λάθος τουαλέτες, ή για άνδρες που αλλάζουν φύλο για να νικάνε στα αθλήματα. Αλλά το αντικείμενο δεν είναι η ουσία. Το αντικείμενο είναι το περφόρμανς. Η συλλογική επινόηση ενός κοινού εχθρού τον οποίο δίνουν στον εαυτό τους το δικαίωμα να μισούν ανοιχτά. Κι έτσι πολύς κόσμος καταλήγει να μισεί πάρα πολύ, πάρα πολλούς. Λυσσάνε με το DEI, τη “woke agenda” και άλλα παραμύθια. Στην πραγματικότητα, βρίσκουν έτσι μέσο έκφρασης για κάτι πολύ πιο αληθινό. Το ανομολόγητο πολιτικό κριτήριο σε ολοένα και περισσότερες κάλπες, είναι η έκφραση της οργής και τις εκδίκησης. Δεν είναι μόνο ότι κάποιοι υποφέρουν, και δεν τους νοιάζει αν θα καταρρεύσει η δημοκρατία, γιατί δεν έχουν και πολλά να χάσουν. Είναι και το ότι κάποιοι θέλουν να κάνουν και άλλους να υποφέρουν, πιο πολύ από ό,τι υποφέρουν μέσα στην ψυχή τους ίδιοι. Ίσως, φαντάζονται, έτσι να νιώσουν κάποτε καλύτερα.
Κανένα από αυτά τα δύο φαινόμενα δεν λύνονται εύκολα, ή σε σύντομο χρονικό πλαίσιο. Το ζητούμενο για κοινωνίες όπως η δικιά μας, όπου τα φαινόμενα αυτά εκτυλίσσονται εξίσου, αλλά χωρίς να έχουν ακόμα χωρίσει την κοινωνία σε δύο τελεσίδικα διαζευγμένους πόλους, είναι να τα αναγνωρίσουμε, να τα καταλάβουμε και να αρχίσουμε να τα αντιμετωπίζουμε ανοιχτά, συλλογικά και συντονισμένα.

