Είναι βαριά κουβέντα το «μίσος ενάντια στη ζωή» που εντοπίζει ο Μισέλ Ουελμπέκ στον Λάβκραφτ, στο βιβλίο του «Χ. Φ. Λάβκραφτ: Εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής» (εισαγωγή: Στίβεν Κινγκ, μτφρ.: Βασίλης Πατσογιάννης, εκδ. Εστία, 2008).
Ενας συγγραφέας που αγαπούσε τη ζωή (τη θάλασσα, τον ήλιο της Μεσογείου, το κρασί, τις γυναίκες) ήταν ο Αλμπέρ Καμύ. Εκείνος το είχε θέσει αλλιώς σε ένα δοκίμιό του: «Δεν υπάρχει αγάπη για τη ζωή χωρίς απελπισία για τη ζωή». Αλλη κουβέντα αυτή τώρα –η οποία όμως δεν αγνοεί τις σκιές που διατρέχουν τη ζωή– για την ακρίβεια: την ανθρώπινη ύπαρξη.
Το μίσος όμως προς τη ζωή είναι κάτι διαφορετικό – και μπορεί να έχει πολλές μορφές. Και –τα λέγαμε χθες αυτά– δεν προέρχεται αποκλειστικώς και μόνον από κάποιον μονήρη αντιδραστικό (αλλά με ανεξάντλητη φαντασία) όπως ο Λάβκραφτ. Δεν χρειάζεται να είναι καν τέκνο του εικοστού (ή του εικοστού πρώτου) αιώνα αυτός που εναντιώνεται στη ζωή.
Το 1999, ο Παντελής Μπουκάλας κυκλοφόρησε έναν τόμο από τις εκδόσεις Αγρα με τον τίτλο «Επιτάφιος Λόγος. Αρχαία ελληνικά επιτύμβια επιγράμματα», σε δική του μετάφραση και επίμετρο. Είναι ένα βιβλίο στο οποίο επιστρέφω συχνά.
Τι βρίσκουμε εκεί; Μια οργή προς τη ζωή. Ανώνυμος: «Ετών εξήντα. Διονύσιος απ’ την Ταρσό. Ενθάδε κείμαι. Αγαμος. Μακάρι κι ο πατέρας μου άγαμος να ‘χε μείνει». Ο Φίλιππος από τη Θεσσαλονίκη γράφει τον 1ο μ.Χ. αιώνα: «Μακάριοι, λέω, όσοι ποτέ το φως δεν είδανε του ήλιου». Ενας άλλος ανώνυμος: «Το κρίμα των γονιών μου που γεννήθηκα, όχι δικό μου./ Και που γεννήθηκα, στον Αδη κατεβαίνω ο δυστυχής./ Α, των γονιών θανατηφόρο σμίξιμο, α, η συγγένεια/ στο θάνατο τον στυγερό με εκτοπίζει./ Μηδέν ήμουν· γεννήθηκα· και πάλι, ως πριν, μηδέν θα γίνω·/ ότι μηδέν και τίποτε το γένος των ανθρώπων./ Στιλπνό λοιπόν ας υψωθεί το κύπελλό μου, φίλε,/ και κέρνα, κέρνα με κρασί, το θάνατο της λύπτης κέρνα».
Το ενδιαφέρον εδώ είναι η σκέψη –ναι, και των αρχαίων ακόμα– ότι ίσως καλό θα ήταν να μην είχαμε γεννηθεί ποτέ. Ο αρχαίος νους αντιδρά στη ματαιότητα της ζωής. Αλλά ζει σε ένα πιο τακτοποιημένο, πεπερασμένο σύμπαν. Ο Λάβκραφτ, εμείς όλοι δηλαδή, ζει σε ένα σύμπαν άπειρο –πολύ πιο συναρπαστικό μα και πολύ πιο τρομακτικό– και παγερά αδιάφορο προς την ανθρώ-πινη κατάσταση.
Την υπόθεση της μη ύπαρξης ως κάτι ευκταίου στοχάζεται ο κορυφαίος, ίσως, συγγραφέας «κοσμικού τρόμου», ο Αμερικανός Τόμας Λιγκότι (συνεχιστής του Λάβκραφτ) στο εμβληματικό δοκίμιό του «Η συνωμοσία κατά του ανθρώπινου είδους» (δυστυχώς, αμετάφραστο ακόμα στην Ελλάδα). Θα ασχοληθούμε μαζί του αύριο.

