– Ομολογώ ότι μου διέφυγε.
– Σου διέφυγε ότι οι εύζωνοι παρελαύνουν από το στρατόπεδο της προεδρικής φρουράς μέχρι το μνημείο του Αγνωστου Στρατιώτη;
– Οτι κάθε Κυριακή το κέντρο της πόλης κλείνει για τα οχήματα από τις 10.30 έως τις 12 το μεσημέρι. Αλλά προσπαθούσα να φτάσω σε ένα επαγγελματικό ραντεβού, δεν το θυμήθηκα. Ακινητοποιηθήκαμε όλοι, άλλοι στη λεωφόρο Συγγρού, άλλοι στην έξοδο της Βουλιαγμένης προς την Αρδηττού.
– Οφειλες να το ξέρεις, πάντως. Από το 1929, ο λόχος ευζώνων έχει αναλάβει τη φύλαξη του μνημείου και η παρέλαση καθιερώθηκε το 2019. Κανείς σας δεν το ήξερε;
– Απολογούμαι. Οι ηλεκτρονικές οθόνες όμως που ενημερώνουν για την κυκλοφορία στους δρόμους, δεν έγραφαν «Κέντρο, κλειστό». Δεν υπήρχαν τροχονόμοι να προτείνουν εναλλακτικές διαδρομές. Μόνο κάτι πρόχειρα δεμένες κορδέλες έζωναν το Ζάππειο.
– Ας φεύγατε από τα στενά.
– Ηταν κλεισμένα από τα πούλμαν που έφερναν τους τουρίστες για να δουν την παραδοσιακή τελετή. Οι επιβάτες κατέβαιναν στον δρόμο, ενώνονταν με εκείνους που έβγαιναν από τα τριγύρω ξενοδοχεία και όλοι μαζί περπατούσαν χαλαρά προς το Σύνταγμα.
– Ενα αθηναϊκό τουριστικό αξιοθέατο, λοιπόν. «Ανέχου και απέχου», θα έλεγαν οι Στωικοί.
Ο παραπάνω διάλογος έγινε με τον εαυτό μου την Κυριακή το πρωί, στη διάρκεια της περίπου μιας ώρας που έμεινα κολλημένη στην κίνηση. Θα μπορούσε να ακούγεται ως voice over σε ένα μακρόσυρτο μονοπλάνο, με τον φακό να κινείται ανάμεσα στα σταματημένα αυτοκίνητα, στα έκπληκτα και θυμωμένα πρόσωπα των οδηγών, στα γελαστά των τουριστών, στα απαθή των τροχονόμων, με υπόκρουση ήχους τρελού κορναρίσματος. Το πλάνο καταλήγει στη φούντα του τσαρουχιού ενός από τους ευζώνους, αφού για λίγο χαθεί μέσα στις πιέτες της φουστανέλας του.

