«Η σκευωρία της επιβεβλημένης ευτυχίας» έγραφε σε ένα παλαιό του δοκίμιο ο Κωστής Παπαγιώργης. Το «να περνάτε καλά», που ακούς συχνά στο ραδιόφωνο, ή το στημένο τσακίρ κέφι των τηλεοπτικών πρωινάδικων. Αν δεν είναι δυνατό, δεν είναι χαρούμενο. Αν δεν είναι θόρυβος, δεν είναι καλό. Αν δεν δείχνει χαρούμενο, δεν θέλω να το ξέρω καν. Κάπως έτσι.
Η άτυπη δικτατορία της λεγόμενης feel good διάθεσης που γίνεται «ζωάρα» ή «αποψάρα» στα κοινωνικά δίκτυα. Από αυτή τη σκοπιά, πεζογράφοι όπως ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ (1890-1937), ή ο σύγχρονός μας ανυπέρβλητος συγγραφέας του παράδοξου και του αλλόκοτου, ο επίσης Αμερικανός Τόμας Λιγκότι (γενν. το 1953), κάνουν αντίσταση σε μια διαχυμένη αντίληψη που δεν είναι μόνο τρόπος ζωής αλλά συχνά πλέον και τρόπος δουλειάς.
Αυτή την εβδομάδα, με σημείο αφετηρίας το διήγημα «Το χρώμα που ήρθε από το Διάστημα» του Λάβκραφτ, που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Μαργαρίτας Ζαχαριάδου, στο πλαίσιο της σειράς «Τα παράδοξα» (δνση: Δημοσθένης Παπαμάρκος), διατρέξαμε έναν σκοτεινό κόσμο, που όμως έχει κάτι αληθινό, αυθεντικό.
Στο εκπληκτικό του δοκίμιο «Χ. Φ. Λάβκραφτ: Εναντίον του κόσμου, εναντίον της ζωής» (μτφρ.: Β. Πατσογιάννη, εκδ. Εστία, 2008), ο Γάλλος συγγραφέας Μισέλ Ουελμπέκ γράφει πως στο κλασικό αφήγημα του φανταστικού, στην αρχή όλα είναι φυσιολογικά, επικρατεί ρουτίνα, ασφάλεια, πλήξη ίσως. Εως τη βίαιη ανατροπή.
Με τον Λάβκραφτ ισχύει το ακριβώς αντίθετο: «Σ’ αυτόν», γράφει ο Ουελμπέκ, «δεν υπάρχει καμιά “πατίνα της ρουτίνας που ραγίζει” ούτε “συμβάντα που στην αρχή είναι σχεδόν αδιάφορα”… Τίποτα τέτοιο δεν τον ενδιαφέρει. (…) Ευχαρίστως θα κατέγραφε ρεαλιστικά τις τελετές των Αζτέκων ή την ανατομία του βατράχου, αλλά οπωσδήποτε όχι την καθημερινή ζωή». Στον Λάβκραφτ, η κανονικότητα έχει ανατραπεί προτού καν αρχίσει μια αφήγησή του.
Κατά τον Ουελμπέκ, οι βιογράφοι του Λάβκραφτ λένε πως όταν ο τελευταίος πεθαίνει, το έργο του γεννιέται. «Τούτος ο άνθρωπος που δεν κατάφερε να ζήσει κατάφερε τελικά να γράψει. Δεν ήταν εύκολο γι’ αυτόν. Του πήρε χρόνια», σχολιάζει ο Γάλλος. Και προσθέτει: «Κάθε μεγάλο πάθος, είτε έρωτας είτε μίσος, παράγει τελικά ένα αυθεντικό έργο. Λυπόμαστε που το διαπιστώνουμε, είναι όμως αλήθεια: ο Λάβκραφτ κλίνει προς τη μεριά του μίσους».
Οχι· δεν είναι η περιλάλητη τοξικότητα της σήμερον. Δεν είναι γκρίνια ούτε λασπολογία. Ο Λάβκραφτ, λένε οι βιογράφοι, υπήρξε ευγενής, χαμηλών τόνων τύπος, διακριτικός – ακόμα κι όταν πέθαινε από καρκίνο του εντέρου, το 1937. Το μίσος για το οποίο κάνει λόγο ο Ουελμπέκ δεν είναι αυτό που ζούμε στην καθημερινότητά μας σήμερα. Είναι μια διάσταση της ζωής που πολλοί την έχουμε βιώσει, άλλοι την ψυχανεμιζόμαστε: ότι κάποιος ή κάτι μας εξαπάτησε· με την παγερή του αδιαφορία. Αυτή τη διάσταση ο Λάβκραφτ την έκανε έργο.

