Η σεισμική δραστηριότητα περί τη Σαντορίνη και την Αμοργό και η αιτιολογημένη ανησυχία επισκεπτών και κατοίκων φέρνουν στην επιφάνεια (και) τη μεγάλη συζήτηση για τον τρόπο ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ενα τυχαίο γεγονός, καθ’ όλα φυσιολογικό καθώς ο άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει τη φύση, να σταματήσει τους σεισμούς ή τις θεομηνίες, οδηγεί σε σκέψεις. Προφανώς, ευχή όλων είναι η αναταραχή να είναι πρόσκαιρη και οι νησιώτες να μπορέσουν να επιστρέψουν στην κανονικότητα. Τι συμβαίνει όμως σε μια χώρα που εξαρτάται σε υψηλό ποσοστό από τον τουρισμό (13% του ΑΕΠ η άμεση συμβολή, άνω του 25%-28% ή και 30% αν υπολογιστούν οι τρόποι που συμβάλλει εμμέσως στην οικονομία); Οι απαντήσεις μπορεί πολύ εύκολα να βρεθούν σε όλους εκείνους τους αμιγώς τουριστικούς προορισμούς που βρίσκονται ανά την υφήλιο και πώς αυτοί αντιμετώπισαν την πανδημία, αφού δεν είχαν πίσω τους την Ε.Ε. να χρηματοδοτεί κοινωνία και επιχειρήσεις.
Η εκ νέου σχεδίαση της ελληνικής οικονομίας με τρόπο που δεν θα καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» της χώρας, δηλαδή τον ήλιο, τη θάλασσα, τη φθηνή εργασία και την ανάγκη των οικογενειών να επιβιώσουν πουλώντας περιουσίες και κόπους δεκαετιών κοψοχρονιά, δεν αποτελεί οικονομικό μοντέλο, αλλά μάλλον μια λύση ανάγκης. Το ερώτημα είναι αν όταν όλο αυτό το «μοντέλο» εξαντλήσει τη δυναμική του, υπάρχει κάτι στη θέση του. Η προφανής απάντηση είναι αρνητική. Παρά τις σποραδικές προσπάθειες, ο πυρήνας του προβλήματος, δηλαδή ο αποκλεισμός της μεσαίας τάξης από τις λίγες καλές δουλειές και η εμβάθυνση των ανισοτήτων την τελευταία 15ετία, λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την ευόδωση οποιασδήποτε προσπάθειας. Η λογική «το μοναστήρι να είναι καλά και από καλογέρους όσους θέλεις βρίσκεις» δεν μπορεί να βρει εφαρμογή στην Ελλάδα του 2025, απλούστατα διότι οι καλόγεροι πήγαν σε άλλα μοναστήρια ή απλά δεν υπάρχουν. Μια ακυρωμένη κοινωνική κινητικότητα σε ένα κράτος με πολλές ελαττωματικές παραμέτρους (π.χ. δημογραφία) έχει επιπτώσεις και στον πυρήνα της οντότητας. Λιγότεροι νέοι, μικρότερες οικονομικές δυνατότητες, ελάχιστη πίστη στο μέλλον.
Και όλα αυτά καταγράφονται σε μια χώρα με τις γεωπολιτικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα. Ολα αυτά που έχουν ξεκινήσει τις τελευταίες εβδομάδες, δηλαδή οι απαρχές ενός παγκόσμιου οικονομικού πολέμου, θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη ανάγκη αυτάρκειας και λήψης σκληρών αποφάσεων για τη βιωσιμότητα μεγαλύτερων χωρών. Είναι περιττό να τονιστεί ότι για την Ελλάδα αυτές οι αποφάσεις δεν είναι θέμα ευημερίας, αλλά ζήτημα επιβίωσης.

