Εδώ και δεκαετίες, Αμερικανοί πρόεδροι, υπουργοί Εξωτερικών και πολιτικοί και των δύο πολιτικών κομμάτων αρέσκονται να αναφέρονται στη χώρα τους ως το «αναντικατάστατο έθνος» (the indispensable nation). «Οταν ένας τυφώνας πλήξει τις Φιλιππίνες, όταν μαθήτριες σχολείου στη Νιγηρία πέσουν θύματα απαγωγής, όταν μασκοφόροι καταλάβουν κτίριο στην Ουκρανία, ο κόσμος στρέφεται στην Αμερική για βοήθεια. Οι ΗΠΑ είναι η μία αναντικατάστατη χώρα. Αυτό ίσχυε τον περασμένο αιώνα και θα ισχύει στον αιώνα που έρχεται», είχε πει ο Μπαράκ Ομπάμα το 2014.
Αυτή η αντίληψη κυριαρχούσε και πολύ πριν, με την επέμβαση των ΗΠΑ σε δύο Παγκοσμίους Πολέμους και τη διαχείριση ενός διεθνούς συστήματος διακυβέρνησης που πέτυχε τη μεγαλύτερη εξάπλωση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και ανθρώπινης ευημερίας στην Ιστορία. Παρά τη συχνά καταστροφική παρέμβασή τους στις υποθέσεις άλλων χωρών, οι ΗΠΑ διέθεταν το δημοκρατικό σθένος να αναγνωρίσουν τα λάθη τους στην πορεία και να επιχειρήσουν μια διόρθωση. Σε συλλογικές προσπάθειες, όπως η καταπολέμηση ασθενειών, η υπεράσπιση ανθρώπινων δικαιωμάτων, η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, οι ΗΠΑ ήταν πάντα μπροστά, σε στενή συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Διέθεταν την απαράμιλλη οικονομική και στρατιωτική ισχύ για να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία τους, αλλά και μια γόνιμη συνεργασία μεταξύ ολοένα περισσότερων κρατών. Τα τελευταία χρόνια, με τις ανισότητες που προκαλεί η σχεδόν χωρίς όρια παγκοσμιοποίηση, οι εσωτερικές τριβές στις ΗΠΑ, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, άρχισαν να επηρεάζουν τη συμπεριφορά της Αμερικής.
Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ είναι προϊόν της αναντιστοιχίας μεταξύ των οραμάτων της παγκοσμιοποίησης και της πραγματικότητας της ολοένα μεγαλύτερης ανισότητας μεταξύ πολιτών. Ο Τραμπ καρπώνεται τη δυσφορία για να παρουσιάσει τις ΗΠΑ ως αδικημένες από τον υπόλοιπο κόσμο και εαυτόν ως σωτήρα. Αυτή η τακτική έχει ανάγκη από «εχθρούς», που πρέπει να υποταχθούν με κάθε τρόπο. Και επειδή οι συγκρούσεις θα προκαλέσουν αναστάτωση στην κοινωνία, επιβάλλεται η προβολή σειράς μεγάλων «αφηγημάτων», ψεμάτων και οραμάτων. Σε αυτό το σενάριο, οι εχθροί στο εσωτερικό πρέπει να παταχθούν, οι σύμμαχοι να συμμορφωθούν σε ό,τι ζητεί ο Τραμπ, και ο πρόεδρος πρέπει να αποδείξει τη μεγαλειότητά του με την κατάκτηση νέων εδαφών. Ετσι μπήκαν ο Καναδάς, η Γροιλανδία, η διώρυγα του Παναμά στο πλάνο. Γι’ αυτό η κυβέρνηση Τραμπ εξαπολύει πόλεμο στο εσωτερικό όχι μόνο κατά των παράνομων μεταναστών και των «άγρυπνων» (woke), αλλά και κατά όσων στην κρατική μηχανή θα μπορούσαν να εμποδίσουν την πολιτική του προέδρου.
Με τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξε εναντίον του Καναδά, του Μεξικού, της Κίνας και, σύντομα, της Ε.Ε., ο Τραμπ δείχνει να θέλει να ελέγξει την κοινή γνώμη στο εσωτερικό με τη διατήρηση μιας συνεχούς έντασης στο εξωτερικό. Ετσι, το «αναντικατάστατο έθνος» θα είναι η αυταπάτη μιας χώρας εσωστρεφούς και επιθετικής, που αντί να ηγείται, ενώνει τον κόσμο εναντίον της.

