Τις τελευταίες ημέρες μετά τις μεγάλες μαζικές συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκαν για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, γίνεται πολύς λόγος για την πολιτική «εργαλειοποίηση» ενός τόσο οδυνηρού συμβάντος και των θυμάτων του.
Δεν είναι η πρώτη φορά που μια μεγάλη καταστροφή (τεχνολογική ή φυσική) πολιτικοποιείται. Είναι όμως η πρώτη φορά που κινητοποιεί ένα πληθυντικό κοινό να διαδηλώσει το πένθος, την οργή και την ανησυχία του. Η αντιπαράθεση για το εάν πολιτικές δυνάμεις υποδαύλισαν και οργάνωσαν την όλη κινητοποίηση, έχει πολύ μικρή σημασία. Προφανώς και υπήρξαν πολιτικά κόμματα και πρόσωπα που προσπαθούν να αξιοποιήσουν την υπόθεση αυτή προς ίδιον όφελος. Προφανώς και μια τέτοια πολιτική ιδιοποίηση του ανθρώπινου πόνου είναι αποτρόπαια, αλλά δεν παύει να αποτελεί μέρος του πολιτικού παιχνιδιού.
Είναι τουλάχιστον αστείο να υποστηρίζεται ότι οι χιλιάδες κόσμου που πήγαν στις συγκεντρώσεις αυτές, επηρεάζονται απλά από ένα αντιπολιτευτικό μένος ή κάποιον κομματικό φορέα. Ακόμη χειρότερο, βέβαια, ήταν το επιχείρημα που διατυπώθηκε ότι γονείς και συγγενείς των θυμάτων του δυστυχήματος θα έπρεπε να επιδείξουν κάποια μορφή πολιτικής ή άλλης σύνεσης, επιχείρημα που συχνά συνοδεύτηκε και από προσβλητικές συγκρίσεις και συμψηφισμούς με άλλες καταστροφές του παρελθόντος. Είχαμε έτσι, από τη μία, την εντυπωσιακή για τα ελληνικά δεδομένα αναγνώριση του τραύματος με παραδοσιακούς πολιτικούς όρους (διαδηλώσεις) και από την άλλη, την εξίσου εντυπωσιακή έκκληση για παραγνώριση του τραύματος μέσα από κάποιες υπερβατικές προσταγές εκλογίκευσης.
Εκτός του ότι οι «ορθολογικοί» επικριτές των συγκεντρώσεων δεν θυμούνται ή δεν γνωρίζουν ότι μία από τις ιδρυτικές στιγμές του Διαφωτισμού είναι ο σεισμός της Λισσαβώνας του 1755 –και η αντιπαράθεση για τη θεϊκή διάσταση ή ανθρώπινη ευθύνη της καταστροφής που προκλήθηκε– φαίνεται ότι δεν έχουν συνειδητοποιήσει επίσης τι προκαλεί εν έτει 2025 την κινητοποίηση των πολιτών. Αν οι πλατείες και οι δρόμοι κατά τη μεταπολεμική και πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο γέμιζαν τακτικά σε αναφορά με ιδεολογικά ζητήματα, ο 21ος αιώνας τις βρίσκει να γεμίζουν σπάνια και όταν αυτό συμβαίνει, γίνεται για λόγους καθαρά συναισθηματικούς. Το μεγάλο ανάμεικτο και ετερόκλητο πλήθος που σπάνια πια συγκεντρώνεται στον δημόσιο χώρο για να διαμαρτυρηθεί δεν παίρνει γραμμή από κάποιο κόμμα, αλλά ενημερώνεται και ενεργοποιείται κατά βάσιν από τα social media. Από το 2011 και το κίνημα των «Αγανακτισμένων», τις αντιδράσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών μέχρι σήμερα, αυτό που «τραβάει από το μανίκι» τους πολίτες είναι το Facebook, το Twitter/Χ, το Instagram και όχι τα κόμματα, που παίζουν καθαρά ρόλο κομπάρσου και συνοδοιπόρου.
Στα δίκτυα και στις πλατείες του πολιτικού συναισθήματος, ο ορθολογισμός που επικαλούνται κάποιοι που ασκούν κριτική στις πρόσφατες συγκεντρώσεις δεν είναι προαπαιτούμενο. Πιθανότατα μάλιστα να είναι και ο αντίπαλος, αφού ταυτίζεται (ενίοτε απλουστευτικά) με τις χρόνιες δυσλειτουργίες, αλχημείες και υπεκφυγές του εγχώριου πολιτικαντισμού. Γνωρίζουμε, βέβαια, από το πρόσφατο παρελθόν, αλλά και από τη διεθνή πια εμπειρία, ότι το γενικό και πληθυντικό αίτημα για δικαιοσύνη που εκφράζεται μέσα από τη συναισθηματική πολιτική φόρτιση μπορεί να κινηθεί προς δύο κατευθύνσεις: είτε να αρθρώσει μια κραυγή κριτικής στις πολιτικοκοινωνικές αδράνειες, αμέλειες, αδιαφορίες είτε να διαμορφώσει εύφορο έδαφος ανάπτυξης ενός συνωμοσιολογικού και αποκαλυπτικού πολιτικού λόγου. Το πού θα καταλήξει το κέντρο βάρους αυτών των συναισθηματικών αντιδράσεων που γεννιούνται στους δρόμους της διαδικτυακής δημόσιας σφαίρας και σε ορισμένες περιπτώσεις καταλήγουν στον δημόσιο χώρο είναι πολύ αβέβαιο. Το αν θα μετατραπούν σε αίτημα για πρόοδο και αλληλεγγύη ή σε μια αντιδραστική και ενίοτε αντιδημοκρατική στάση, είναι το μεγάλο πολιτικό διακύβευμα της εποχής μας.
*Ο κ. Βασίλης Βαμβακάς είναι αναπληρωτής καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ.

