Στα πόσα Τέμπη;

5' 0" χρόνος ανάγνωσης

Στις 13 Απριλίου του 2003 ένα φορτηγό που μετέφερε ξυλεία έπεσε πάνω σε ένα λεωφορείο που μετέφερε μαθητές από το Μακροχώρι Ημαθίας, που επέστρεφαν από εκδρομή στην Αθήνα. Από τη σύγκρουση σκοτώθηκαν ακαριαία 21 από τους μαθητές στο λεωφορείο, και οι άλλοι 28 τραυματίστηκαν. Ήταν μια τραγωδία που συγκλόνισε ολόκληρη τη χώρα και προκάλεσε σοκ στην κοινή γνώμη. Πώς συνέβη κάτι τέτοιο; Όλα -μα όλα- είχαν γίνει λάθος. 

Ο οδηγός του λεωφορείου οδηγούσε περισσότερες ώρες από το επιτρεπόμενο όριο. Το φορτίο του (μοριοσανίδες νοβοπάν) ήταν πέντε τόνους βαρύτερο από το επιτρεπόμενο και ήταν δεμένο λανθασμένα πάνω στην καρότσα. Τα ελαστικά του φορτηγού ήταν φθαρμένα. Το λεωφορείο ήταν τόσο παλαιό που κυκλοφορούσε παράνομα -θα έπρεπε να έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία. Και τα δύο οχήματα είχαν αφαιρέσει τον υποχρεωτικό περιορισμό ταχύτητας από τους ταχογράφους τους, και κινούνταν με μεγαλύτερη του επιτρεπόμενου ταχύτητα. Και, βέβαια, στο σημείο της σύγκρουσης, στο ύψος της κοιλάδας των Τεμπών, η απαρχαιωμένη Εθνική Οδός είχε μόνο μία λωρίδα ανά κατεύθυνση χωρίς διαχωριστικό στη μέση. Η εκδίκαση της υπόθεσης και η απονομή των ευθυνών για το ατύχημα πήρε επτά ολόκληρα χρόνια. Όλα λάθος. 

Τέτοιες τραγωδίες υποτίθεται ότι πρέπει να ταρακουνάνε έναν ολόκληρο λαό. Ο χαμός νέας ζωής, 15χρονων και 16χρονων παιδιών, θα έπρεπε να λειτουργεί ως συλλογικό ξύπνημα σε μια κοινωνία υγιή, που λειτουργεί. Θα έπρεπε να είναι το διαχωριστικό όριο ανάμεσα στο πριν και σε ένα μετά όπου τίποτε πια δεν μπορεί να είναι ίδιο. Όπου παρόμοια λάθη δεν μπορεί -δεν γίνεται- πια να είναι ανεκτά. Η κοινωνία μας, όμως, παρέα με το πολιτικό μας σύστημα (που είναι οργανικό μέρος της, άλλωστε) δεν λειτουργούν έτσι.

Άλλαξε τίποτε μετά την τραγωδία των Τεμπών; Κάποια πράγματα, όντως, άλλαξαν. Η Εθνική Οδός δεν είναι πια απαρχαιωμένη -να ‘ναι καλά τα ΕΣΠΑ, τα ζεστά λεφτάκια των βορειοευρωπαίων φορολογούμενων. Αλλά κατά τα άλλα; Το ατύχημα του 2003 ήταν μια ομοβροντία αστοχιών, από μεμονωμένους πολίτες που πιστεύουν ότι οι κανόνες δεν ισχύουν γι’ αυτούς και από το κράτος που ούτε μπορεί ούτε και πολυ-θέλει να επιβάλλει την τήρησή τους. Άλλαξε αυτό; Αλλάξαμε καθόλου; Είκοσι χρόνια μετά, στην ίδια περιοχή, χάσαμε ακόμα περισσότερους ανθρώπους, επειδή πάλι, σε μια άλλη περίπτωση, με άλλα μέσα, πήγαν όλα λάθος. Και στο ενδιάμεσο η καθημερινότητα μας υπενθυμίζει, ξανά και ξανά, ότι όλες και όλοι από τύχη ζούμε.

Και το πρόβλημα δεν είναι ένα, αλλά δύο, σχετικά μεταξύ τους αλλά ανεξάρτητα. Πρώτα απ’ όλα, η ανικανότητα. Η διαχρονική ανεπάρκεια μηχανισμών, διαδικασιών και ανθρώπων. Δεν φταίει “η κυβέρνηση”. Ποτέ δεν φταίει μόνο η κυβέρνηση. Αφενός, επειδή την κυβέρνηση κάποιος την διόρισε. Το “41%” ήρθε τέσσερις μήνες μετά τα Τέμπη. Ο Κ. Καραμανλής επανεξελέγη στις Σέρρες. Η “κυβέρνηση” δεν έρχεται από τον Άρη -ο λαός τη διορίζει. Αλλά αφετέρου, η κυβέρνηση είναι άνθρωποι. Μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της χώρας, εργαζόμενοι, που υλοποιούν δράσεις, δίνουν εντολές, διεξάγουν ελέγχους. Δουλεύουν. Η αποτυχία έρχεται από πάνω, αλλά δεν βρίσκεται μόνο πάνω. Βρίσκεται παντού. Κι αυτό είναι απλό να το καταλάβουμε επειδή η ανεπάρκεια δεν υπάρχει μόνο στην εκάστοτε κυβέρνηση ή στον κρατικό μηχανισμό -υπάρχει παντού. Όποιος έχει επιχείρηση ή έχει δουλέψει σε εργασιακό περιβάλλον στην Ελλάδα το ξέρει, το βλέπει. Υπάρχουν και νούμερα που το υποστηρίζουν: 1 στους 5 πρόσφατους απόφοιτους πανεπιστημίων στην Ελλάδα είναι λειτουργικά αναλφάβητοι. Το ποσοστό των ενηλίκων που έχουν “σφαιρικές δεξιότητες”, δηλαδή τις βασικές γνώσεις και ικανότητες για να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και ενός απαιτητικού εργασιακού περιβάλλοντος, είναι 9,3%. Δεν έχουμε αρκετά καλό ανθρώπινο δυναμικό για να κάνουμε καλά τα πράγματα που πρέπει να γίνονται καλά, σε μια κοινωνία που θέλει να ευημερεί, να προστατεύει τα μέλη της και να λειτουργεί σωστά. Κι όταν σ’ αυτό έρχεται και κολλάει και η διαχρονική, ενδημική, καθολικά αποδεκτή κουλτούρα διαφθοράς και αναξιοκρατίας, το γλυκό δένει. Όποια κι αν είναι η κυβέρνηση, τίποτα δεν μπορεί να γίνει σωστά. Κι αυτό είναι το ένα μέρος του προβλήματος το οποίο, θα μου επιτρέψετε να πω ότι το έχουμε εσωτερικεύσει. Το έχουμε αποδεχτεί σε τόσο βαθμό που δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι άλλο. Όσο κι αν εκφράζουμε την απογοήτευση και την οργή μας στους δρόμους και στα σόσιαλ μίντια, άλλο τόσο μπουρδουκλωμένοι αποδεικνυόμαστε, όταν έρθει η ώρα, στην κοινωνία ή στην κάλπη, να διεκδικήσουμε κάτι άλλο, καλύτερο. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο πρόβλημα.

Τι γίνεται μετά.

Όταν γίνεται η στραβή, όταν οι αποτυχίες κράτους, ειδικών και υπευθύνων αποκαλύπτονται και στοιχίζουν ζωές. Πώς το διαχειρίζεται αυτό το πολιτικό μας σύστημα; Εδώ το πρόβλημα είναι στην κυβέρνηση -και οι περισσότερες κυβερνήσεις και εδώ αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Κανένας δεν περίμενε, πραγματικά, η πυροσβεστική να λειτουργήσει άψογα στο Μάτι και να φυγαδεύσει συντονισμένα τον κόσμο μακριά από τις φλόγες. Κανένας δεν έπεσε από τα σύννεφα μαθαίνοντας πώς βρέθηκε στη θέση αυτή ένας εμφανώς ακατάλληλος σταθμάρχης, ή ότι μια σύμβαση για απαραίτητες υποδομές ασφάλειας σερνόταν στα υπουργεία και τη γραφειοκρατία για χρόνια. Αλλά μετά; Όταν κάηκε ο κόσμος αγκαλιά μέσα στα οικόπεδα, ή μέσα στις καμένες, συστραμμένες λαμαρίνες; Περιμένεις τους υπεύθυνους να βγουν μπροστά, με διαφάνεια και ενσυναίσθηση. Απέτυχαν να αποτρέψουν την καταστροφή -τουλάχιστον ας παίξουν το ρόλο τους εκ των υστέρων, ας μοιραστούν τον πόνο, ας δεχτούν συνέπειες, ας διευκολύνουν όσο γίνεται την απόδοση ευθυνών. Αντ’ αυτού, βλέπουμε γελοίες συνεντεύξεις τύπου με τους υπευθύνους να δηλώνουν ότι δεν είδαν τίποτε λάθος, εβδομάδες να περνούν χωρίς παραιτήσεις, σαθρές εξεταστικές επιτροπές, υπουργούς να επιτίθενται σε θύματα, χυδαιότητα, άρνηση, ψέματα, μπαζώματα, μια στρατηγική για να χωθεί το ενοχλητικό “θέμα” κάτω απ’ το χαλί, να “ξεχαστεί”. Από όλους.

Αυτά τα πράγματα, όντως, περνάνε. Πιθανότατα δεν θυμάστε τον πόνο που νιώθαμε όλες και όλοι το 2003, όταν χάθηκαν τα παιδάκια στα Τέμπη -ο ίδιος πόνος ήταν. Είναι μέρος της άμυνάς μας, δεν γίνεται να συσσωρεύουμε όλους αυτούς τους πόνους μέσα μας -δεν θα μπορούσαμε να πάμε παρακάτω. Αλλά από κάθε τραύμα, κάτι μένει. Δεν βγαίνουμε εντελώς αλώβητοι από αυτές τις καταστροφές. Για όσες και όσους ζούμε σ’ αυτή την κοινωνία εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, η απελπισία της διαπίστωσης ότι αυτές οι τραγωδίες, τελικά, δεν αποτελούν κανένα διαχωριστικό όριο κι ότι, όσο απίστευτο κι αν μοιάζει, λίγα αλλάζουν ανάμεσα στο πριν και το μετά, γίνεται αβάσταχτη. 

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT