«Δεν υπήρχε τίποτα ύποπτο στην εμπορική αμαξοστοιχία». Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης ήταν κατηγορηματικός στη συνέντευξή του στον Σταύρο Θεοδωράκη τον Μάρτιο του 2023. Τι άλλαξε και δύο χρόνια αργότερα ο πρωθυπουργός παραδέχεται ότι ίσως είχε εσφαλμένη ενημέρωση και αφήνει πλέον ανοιχτό το ενδεχόμενο να συσταθεί προανακριτική επιτροπή για το δυστύχημα των Τεμπών;
Το πρώτο στοιχείο είναι η επιμονή της ελληνικής κοινής γνώμης να μην ξεχνάει. Το απέδειξαν οι μαζικές κινητοποιήσεις της Κυριακής σε ολόκληρη τη χώρα. Τα Τέμπη είναι ένα συλλογικό τραύμα, με το οποίο μπορεί να ταυτιστεί κάθε γονιός. Οχι μόνο δεν πείθει το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι η επανεκλογή της με πάνω από 40% το 2023 συνιστά άφεση αμαρτιών, αλλά εξοργίζει.
Το δεύτερο είναι πως η άθλια επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης από την κυβέρνηση δημιουργεί την υποψία ενοχής. Οι έρευνες που καθυστερούν και το εξαφανισμένο βίντεο από τη φόρτωση της εμπορικής αμαξοστοιχίας, η ΕΡΤ που δεν καλύπτει τις διαδηλώσεις, τα φιλοκυβερνητικά τρολ που κάνουν πλάκα με τους συγγενείς των θυμάτων, αποκαλώντας τους ειρωνικά «χαροκαμένους» επειδή χαμογελούν σε κάποιες φωτογραφίες, υποδηλώνουν μια ενορχηστρωμένη εκστρατεία συγκάλυψης και παραπληροφόρησης.
Το τρίτο είναι και το σοβαρότερο: Δημοσιογραφικές πληροφορίες θέλουν το πολυαναμενόμενο πόρισμα του Πολυτεχνείου να απορρίπτει ότι η αιτία της αρχικής ανάφλεξης ήταν τα έλαια σιλικόνης που χρησιμοποιούνται για την ψύξη των μετασχηματιστών των ηλεκτρομηχανών. Ακόμη κι αν δεν εντοπιστεί το υλικό που προκάλεσε τη φωτιά και ίσως τον θάνατο ορισμένων από τα 57 θύματα σε ύστερο χρόνο, η αλλαγή του κυβερνητικού αφηγήματος είναι σαφής. Οι συγγενείς που έκαναν λόγο για παράνομο φορτίο δεν μπορούν πλέον να αποκηρυχθούν από υπουργικά χείλη ως συνωμοσιολόγοι, τρελαμένοι από την οδύνη, που «δικαιούνται να λένε ό,τι θέλουν», αλλά στην πραγματικότητα «λένε ό,τι θέλουν».
Τέταρτον, η προσπάθεια χειραγώγησης της λαϊκής δυσαρέσκειας από την αντιπολίτευση με τη δημιουργία λαϊκού αντικυβερνητικού μετώπου είναι εξίσου αποτυχημένη με την απόπειρα της κυβέρνησης να την καταγγείλει. Οσοι βλέπουν τον ΣΥΡΙΖΑ πίσω από τους συγγενείς μάλλον δεν έχουν προσέξει τα ποσοστά του στις δημοσκοπήσεις – αν είχε διοργανώσει κάποιο αντιπολιτευτικό κόμμα τη συγκέντρωση της Κυριακής, θα είχαν μαζευτεί μετά βίας 2.000 άνθρωποι. Αρα η επίμονη λαϊκή οργή δεν μπορεί να αποδοθεί από την κυβέρνηση σε υποκίνηση από την αντιπολίτευση. Πάει και αυτό.
Τέλος, όσοι ανησυχούν ότι γεννιούνται νέες αντισυστημικές «πλατείες αγανακτισμένων» που υπονομεύουν το κύρος της Δικαιοσύνης, ας διαφυλάξουν εκείνοι πρώτοι το κύρος της Δικαιοσύνης.

