Είδα φωτογραφίες από την Jabaliya. Τραβήχτηκαν όταν τέθηκε σε ισχύ η κατάπαυση του πυρός. Δεν βγάζουν νόημα. Σωροί από πέτρες, σπίτια που δεν είναι σπίτια, αλλά τσιμέντο με ανοιχτά στόματα. Δεν μοιάζουν με κάτι. Τις βλέπω και τις ξεχνώ.
Οι φωτογραφίες που με συγκλονίζουν περισσότερο είναι αυτές που έχουν μέσα κι ανθρώπους. Οσες δείχνουν Παλαιστινίους να γυρίζουν «σπίτι», δηλαδή σ’ έναν σωρό ερειπίων. Υπάρχει πιο αποκαρδιωτικό θέαμα από έναν άνθρωπο που έχει χάσει το σπίτι του; Κι όχι μόνο αυτό. Ολόκληρη την περιοχή του και την ικανότητα να απολαμβάνει τα καθημερινά, να πίνει το τσάι του, να ανταλλάσσει ευγενικές καλημέρες με τη γειτονιά του.
Αλλά και οι φωτογραφίες των ομήρων που επεστράφησαν από τη Χαμάς είναι αποκαρδιωτικές. Δεν μπορούμε πραγματικά να μπούμε στη θέση αυτών των ανθρώπων. Η εμπειρία τους είναι εξωφρενική. Μπορούν να μάς τη μεταδώσουν μέσω της γλώσσας; Ο Paul Fussel στη μελέτη του The Great War And Modern Memory ισχυρίζεται πως το μεγάλο τραύμα επιβάλλει μία «ζώνη σιωπής».
«Σε λογικό επίπεδο δεν υπάρχει λόγος που η αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να μεταφέρει με άρτιο τρόπο την πραγματικότητα του πολέμου: η γλώσσα είναι γεμάτη όρους όπως αίμα, τρόμος, αγωνία, τρέλα […] σκληρότητα, δολοφονία, ξεπούλημα, πόνος και ψέμα, έχει φράσεις όπως πόδια που ανατινάζονται, εσωτερικά όργανα που γλιστρούν απ’ τα χέρια του, ουρλιαχτά όλη νύχτα, αιμορραγία μέχρι θανάτου και τέτοια. Το πρόβλημα δεν αφορά τόσο τη γλώσσα όσο την ευγένεια και την αισιοδοξία. Ο πραγματικός λόγος που οι στρατιώτες σιωπούν είναι επειδή έχουν ανακαλύψει ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά». Στη συνέχεια ο συγγραφέας ισχυρίζεται πως αποστρέφουμε το βλέμμα απ’ τη φρικαλεότητα. Λέμε πως κάτι είναι «ανήκουστο» ή «απ’ αυτά που δεν λέγονται», αλλά στην πραγματικότητα εννοούμε πως είναι «υπερβολικά βρωμερό».
Ο Bessel van der Kolk παραθέτει αυτό το απόσπασμα σε μία δική του μελέτη για το τραύμα (The Body Keeps The Score, Penguin) προκειμένου να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το να μιλάς για κάτι φριχτό δεν σημαίνει οπωσδήποτε πως σε ανακουφίζει ή σε φέρνει πιο κοντά στους άλλους ανθρώπους. Υπάρχει όριο στο τι μπορούμε να μεταδώσουμε πραγματικά στους άλλους; Και μάλιστα βρίσκεται το όριο αυτό στις λέξεις; Στις ζωές κάποιων η λέξη «όμηρος» ή η λέξη «εκτοπισμένος» είναι καθημερινής χρήσης.
Είναι μάλλον υποκριτικό και αλυσιτελές να παριστάνουμε πως πίνουμε τον καφέ μας και αντιλαμβανόμαστε, διαβάζοντας τις ειδήσεις, πώς νιώθει μία Ισραηλινή που βρέθηκε αιχμάλωτη τρομοκρατικής οργάνωσης (ενώ πιθανόν ήδη κουβαλούσε στο σώμα της το διαγενεακό τραύμα του διωγμού των Εβραίων από τους ναζί). Είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τα συναισθήματα των Παλαιστινίων που έχουν θάψει το παιδί τους. Είναι κάτι έξω από τα όρια της λογικής.
Eχουν νόημα, όμως, οι ιστορίες αυτών που ζουν σε συνθήκες εξωπραγματικά δύσκολες; Ναι. Επειδή μνημειώνουν τον απλό άνθρωπο, αυτόν που χαλάει ή φτιάχνει τη ζωή του ανάμεσα στις βόμβες, στη γραφειοκρατία, στο αναποτελεσματικό κράτος ή στη διαφθορά. Γι’ αυτό –και σάς το ’χω ξαναπεί–λάτρεψα το (προπολεμικό) γκράφικ νόβελ exit wounds (τραύματα εξόδου) της Ισραηλινής Rutu Modan, επειδή δείχνει δύο ανθρώπους που θέλουν απλώς να βγουν ραντεβού και να πάνε για κολύμπι μετά από ένα τρομοκρατικό χτύπημα. Aλλα ωφέλιμα αναγνώσματα: το Μια Μέρα Της Ζωής Του Aμπεντ Σαλάμα, Ανατομία Μιας Τραγωδίας Στην Ιερουσαλήμ (εκδόσεις Δώμα, βραβείο Πούλιτζερ 2024) ή το η Γάζα Απαντά, Ιστορίες από τη Γάζα (εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σε επιμέλεια Ρ. Αλαρίρ – μάλιστα ο επιμελητής της συλλογής σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ισραηλινών βομβαρδισμών το 2023).
Η σκέψη που ταξιδεύει οργανωμένα προς το σκοτάδι στη Μέση Ανατολή είναι, ίσως, από τα λιγότερο φριχτά πράγματα που μπορεί να κάνει κανείς παρακολουθώντας να ξετυλίγεται το δράμα της επιστροφής των εκτοπισμένων και της παράδοσης των ομήρων. Να καθίσει σιωπηλά σ’ ένα δωμάτιο και, όπως θα έκανε μια προσευχή, να φανταστεί την ιστορία όσων γυρίζουν σπίτι. Και να το κάνει αυτό ακολουθώντας τις ιστορίες άλλων, Παλαιστινίων και Ισραηλινών, κατοίκων της Γάζας, όπως τις έχουν διηγηθεί συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να μεταδίδουν την οδύνη ή την τρέλα ή την απληστία χωρίς το αποτέλεσμα να είναι επιθετικά δυσβάσταχτο.

