
Η συζήτηση για τη διαδοχή στον θώκο του Προέδρου της Δημοκρατίας (ΠτΔ) σκοντάφτει διαρκώς σε μία αντίφαση: Ενώ η πλειονότητα παραδέχεται ότι το αξίωμα είναι μειωμένoυ πρακτικού αντικρίσματος, την ίδια ώρα επενδύει δυσανάλογα πολλά συναισθήματα και προσδοκίες στο πρόσωπο που θα καλύψει τη θέση. Εχει τόση σημασία το προφίλ του ατόμου που θα ψηφιστεί για να ακούει κάλαντα με μακάριο ύφος και να πραγματοποιεί τυποποιημένες συναντήσεις και δηλώσεις; Επιδέχεται τόσες αναλύσεις η ενσάρκωση ενός θεσμού του οποίου οι λειτουργίες αφορούν κυρίως την αφηρημένη σφαίρα των συμβολισμών και του άνευ αντικειμένου «κύρους»; Εντονο είναι και το στοιχείο της υποκρισίας στην υπόθεση της προεδρολογίας: ακούμε δηλώσεις υπερχειλούς ζήλου για τον ενωτικό ρόλο που οφείλει να επιτελέσει ο ΠτΔ ή για τη διακομματική συναίνεση που πρέπει να πρεσβεύει, οι οποίες είναι αναντίστοιχες των διαθέσεων εκείνων που τις κάνουν. Θα αρκούσε μια κεντροαριστερή πρόταση του Μητσοτάκη για να θεραπεύσει τον αντιμητσοτακισμό; Θα γεφυρώνονταν οι αντίρροποι δογματισμοί και οι αντίπαλες ατζέντες αν ο ΠτΔ δεν προερχόταν από το δεξιό στρατόπεδο;
Χαμένο παιχνίδι
Ο εκτραχηλισμός της κουβέντας ήταν, βέβαια, προδιαγεγραμμένος. Οποια και αν ήταν η επιλογή του πρωθυπουργού, ήταν προαποφασισμένο πως θα κρινόταν από πολλούς ως η χειρότερη δυνατή. Η ακατάπαυστη προεδρολογία δεν ήταν παρά η πρώιμη μορφή μιας επιτηδευμένης σκανδαλολογίας. Αν ο Μητσοτάκης ανανέωνε την εμπιστοσύνη του στην Κατερίνα Σακελλαροπούλου θα άκουγε από την εσωτερική του αντιπολίτευση ότι αγνόησε τη βάση του κόμματος κι από την κανονική του αντιπολίτευση ότι ηγείται ενός κόμματος σε κρίση. Παράλληλα, όλοι μαζί θα φώναζαν πως η Σακελλαροπούλου είναι ανεπαρκής: για τους μεν επειδή είναι «δικαιωματίστρια» και για τους δε επειδή πόζαρε δίπλα στον φράχτη του Εβρου. Τώρα που επέλεξε τον Κωνσταντίνο Τασούλα, ο πρωθυπουργός τα ακούει από τους απογοητευμένους κεντρώους οι οποίοι, ξαφνικά, δεν βρίσκουν ανεπαρκή την απερχόμενη ΠτΔ, αλλά βρίσκουν τον Τασούλα υπερβολικά δεξιό και κομματικό. Κατά κάποιον τρόπο, δηλαδή, το παιχνίδι ήταν χαμένο εξαρχής.
Αυτογκόλ
Συνέβαλε, ωστόσο, σημαντικά ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην άβολη κατάσταση στην οποία περιήλθε. Προφανώς, ο πρωθυπουργός δεν θα μπορούσε να απενεργοποιήσει τα αντανακλαστικά της αντίδρασης για την αντίδραση (βλ. το θεατρικό ξέσπασμα του συμπαθούς βουλευτή Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ Παναγιώτη Δουδωνή, ο οποίος με επικίνδυνα συριζαϊκή αμετροέπεια περιέγραψε τον υποψήφιο ΠτΔ ως «κοινοβουλευτικό πραξικοπηματία»). Θα μπορούσε, όμως, να έχει κάνει καλύτερη δουλειά σε ό,τι αφορά την ικανότητα του κόμματός του να αφομοιώνει δημιουργικά τις κεντρώες και φιλελεύθερες επιλογές του. Ο λόγος που ο Μητσοτάκης καλείται πάλι να παίξει τον ρόλο του διαμεσολαβητή των ασύμβατων πολιτικών τάσεων σχετίζεται με την αδυναμία του να εκπαιδεύσει το κόμμα του να βλέπει τη μεγάλη εικόνα· σχετίζεται με την καθήλωση του κόμματος σε συμπλεγματικές φοβίες. Τι έκανε πια η Κατερίνα Σακελλαροπούλου που προσέβαλε τα σεπτά δεξιά ήθη; Ποιον ακριβώς πολιτικό στόχο (πολιτικό όμως, όχι εγωιστικό) εξυπηρετεί η αποκαθήλωσή της;
Πολιτικά χαρακτηριστικά
Η αρνητική αποτίμηση της Σακελλαροπούλου, ένα προϊόν εμπαθούς μισογυνισμού και αντι-woke εμμονής, ενέχει αρκετά προβληματικά στοιχεία. Στην ουσία, όσοι απορρίπτουν την απερχόμενη ΠτΔ είτε δεν ξέρουν γιατί την απορρίπτουν είτε δεν θέλουν να παραδεχτούν τους λόγους για τους οποίους την απορρίπτουν. Στην ομιλία του, ο πρωθυπουργός αιτιολόγησε την απόφασή του να προτείνει τον Κωνσταντίνο Τασούλα ως υποψήφιο ΠτΔ, επικαλούμενος την ανάγκη της «πατρίδας» για «Πρόεδρο της Δημοκρατίας με μακρά διαδρομή στα κοινά και με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά». Μα υποτίθεται ότι η Κατερίνα Σακελλαροπούλου δυσαρέστησε τη Ν.Δ. ακριβώς επειδή είχε πολιτικά χαρακτηριστικά· επειδή τάχα παραήταν με τα ανθρώπινα δικαιώματα, επειδή παραήταν υπέρ της προόδου, επειδή τόλμησε να πανηγυρίσει όταν ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την ισότητα στον γάμο. Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι ένας ΠτΔ με σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, αλλά ένας ΠτΔ με πολιτικά χαρακτηριστικά που βολεύουν και ξεβολεύουν τα σωστά άτομα, ανάλογα με τη συγκυρία.
Προσωπική και συλλογική ευθύνη
Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν σωστό να αναγνωριστεί ότι και η Κατερίνα Σακελλαροπούλου δεν έπαιξε σωστά τα χαρτιά της – και αυτό είναι πράγματι ένα δείγμα πολιτικής υστέρησης. Η ΠτΔ (από την οποία δεν έλειψαν οι συμβουλές και οι συμβουλάτορες) όφειλε να γνωρίζει ότι οι εχθροί θα την περίμεναν στη γωνία και ότι η αποτυχία της θα εξυπηρετούσε περισσότερες ατζέντες απ’ όσες θα ικανοποιούσε η επιτυχία της. Με αυτό το σκεπτικό, θα μπορούσε να είναι πιο προσεκτική στον τρόπο που επέλεγε να εκτεθεί, θα μπορούσε να είναι λιγότερο διαθέσιμη επικοινωνιακά (ανά περιόδους η ΠτΔ φαινόταν να βρίσκεται παντού), και αυτό όχι για να υποδυθεί κάποια που δεν είναι, αλλά για να προστατεύσει τον εαυτό της και τη σύνδεσή της με τον θεσμό, εφόσον ο θεσμός δεν κατέστη δυνατό να προστατεύσει την ίδια όπως προστάτευσε πολλούς προκατόχους της. Ισως όμως να ήταν ανέφικτη αυτή η προστασία· ίσως η μικρή θητεία της Σακελλαροπούλου να μην είναι απότοκο των δικών της χειρισμών, αλλά της δικής μας ανετοιμότητας.

