Στις 15 Ιανουαρίου 1941 έγινε σύσκεψη στο Τατόι υπό την επιστασία του Βασιλέως Γεωργίου Β΄ στην οποία συμμετείχαν οι Ιωάννης Μεταξάς και Αλέξανδρος Παπάγος από την ελληνική πλευρά και ο στρατηγός Ουέιβελ, διοικητής των βρετανικών δυνάμεων Βορείου Αφρικής, πλαισιωμένος από άλλους τρεις ομοιοβάθμους του. Το αντικείμενο της σύσκεψης ήταν η αποστολή στην Ελλάδα βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, κάτι που σταθερά έβρισκε αντίθετο τον Ι. Μεταξά. Μια αντίθεση που εκφράστηκε ρητά και στη συγκεκριμένη σύσκεψη. Το σκεπτικό του ήταν πως το βρετανικό εκστρατευτικό σώμα θα ήταν αφενός ανεπαρκές για την άμυνα της Ελλάδας, αφετέρου με την παρουσία του θα προκαλούσε τη ναζιστική Γερμανία. Ηταν τόσο προσεκτικός απέναντι στη Γερμανία ώστε η Ελλάδα δεν συμμετείχε στη συμμαχική σύσκεψη που έγινε στο Λονδίνο (17/11/1940) διότι σε αυτήν συμμετείχαν κράτη που ήταν σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Γερμανία.
Η Γερμανία, καθ’ όλη τη δεκαετία του 1930, είχε επιτύχει σημαντική οικονομική διείσδυση στην Ελλάδα μέσω της ανταλλαγής ελληνικών αγροτικών προϊόντων με γερμανικά βιομηχανικά προϊόντα, ενώ και στον πολιτιστικό τομέα ένα σημαντικό μέρος των ελίτ, κυρίως της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, είχε γερμανοτραφεί. Στο δε στράτευμα υπήρχαν ανώτατοι αξιωματικοί οι οποίοι ήθελαν να αποφευχθεί ένας πόλεμος με τη Γερμανία. Ετσι, τρεις στρατηγοί (Κοσμάς, Δράκος, Παπαδόπουλος), μετά τον θάνατο του Ι. Μεταξά (29 Ιανουαρίου 1941), αντικαταστάθηκαν διότι δεν ενέπνεαν καμία εμπιστοσύνη στους Βρετανούς. Συνεπώς η γερμανοφιλία είχε ερείσματα τόσο στον κρατικό μηχανισμό και στις ελίτ όσο και μέσα στην κοινωνία, κάτι που συνεκτιμούσε ο Ι. Μεταξάς στις κρίσιμες αποφάσεις του και στις ισορροπίες με τον φιλοβρετανικό Θρόνο.
Οι ιστορικοί διερωτώνται αν η παρουσία του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος ήταν η αιτία της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα.
Εχουν γραφτεί πολλά για προτάσεις ειρήνης που είχε κάνει η Γερμανία ώστε να λήξει ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Συγκεκριμένη πρόταση που να είχε υποβληθεί στην ελληνική κυβέρνηση ουδέποτε υπήρξε. Υπήρξαν ιδέες, υπό μορφή βολιδοσκοπήσεων, οι οποίες ποτέ δεν προχώρησαν πέραν αυτού του σημείου. Στις 8 Φεβρουαρίου 1941 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κορυζής δέχθηκε την παρουσία βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα, κάτι που αποτέλεσε τη θρυαλλίδα των εξελίξεων. Οι ιστορικοί διερωτώνται αν αυτή η παρουσία του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος ήταν η αιτία της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα. Με την ασφάλεια της ύστερης γνώσης μπορώ να πω ότι ο Χίτλερ θα εισέβαλε ούτως ή άλλως στην πατρίδα μας για δύο λόγους: πρώτον, διότι δεν θα ήταν λογικό να ξεκινήσει την επίθεση στη Σοβιετική Ενωση έχοντας ακάλυπτα τα βαλκανικά νώτα του και, δεύτερον, δεν θα μπορούσε να αφήσει ηττημένο και ταπεινωμένο τον σύμμαχό του Μπενίτο Μουσολίνι. Αν η κατάληψη του ελληνικού χώρου θα ήταν αποτέλεσμα πολεμικής επιχείρησης ή μιας απλής εισόδου των ναζιστικών στρατευμάτων, αυτό θα το αποφάσιζε το μπλοκ εξουσίας στην Ελλάδα.
Τούτων δοθέντων, πιθανόν στη σύσκεψη της 15ης Ιανουαρίου 1941 να δώσαμε μεγαλύτερη βαρύτητα από αυτήν που είχε.

