Η «Καθημερινή» φημίζεται για τη σχέση που διατηρεί με τους αναγνώστες της και ιδίως η σαββατιάτικη σελίδα των επιστολών έχει πιστούς αναγνώστες. Για οποιονδήποτε αναζητεί υλικό, έμπνευση και πληροφορίες από τις παλιές εφημερίδες, τα γράμματα σταλμένα στη διεύθυνση, είναι ίσως ο πιο έμπιστος παλμογράφος για να καταλάβει κανείς πώς ένα κομμάτι της κοινωνίας αντιλαμβανόταν τα πράγματα.
Η παράδοση συνεχίζεται, τουλάχιστον σε αυτήν την εφημερίδα. Αυτό που σπανίζει, και τείνει να εξαφανιστεί, είναι η ιδιόχειρη αλληλογραφία ανάμεσα σε αναγνώστες και συντάκτες. Είναι μια παραγνωρισμένη πρακτική που πολλοί ερευνητές ιστορικών τεκμηρίων θα ήθελαν να μελετήσουν αν είχαν πρόσβαση σε αυτές τις επιστολές, όσες διασώζονται. Πρώτον, πηγάζουν από ένα καθεστώς εμπιστοσύνης και εκτίμησης ανάμεσα στον αναγνώστη και τον δημοσιογράφο και δεύτερον, αντανακλούν έναν πολιτισμό της γραφής και της επικοινωνίας που φθίνει.
Στο εγγύς παρελθόν, ιδίως ώς το 2010, τα γράμματα αυτά, όλα χειρόγραφα ή πληκτρολογημένα (αλλά εκτυπωμένα), ήταν αρκετά συχνά και όσο πηγαίνουμε πιο πίσω ήταν όλο και περισσότερα. Αντανακλούσαν μια ανάγκη επικοινωνίας, ενίοτε είχαν τον χαρακτήρα της εκμυστήρευσης ή της ανάμνησης, με χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης, ιδιωτικής ανταλλαγής σκέψεων. Αλλες φορές είχαν τον τύπο της καταγγελίας για τα κακώς κείμενα και συνοδεύονταν από ερασιτεχνικές φωτογραφίες για να πείσουν και να παρακινήσουν τον παραλήπτη.
Ολες όμως τις φορές τα γράμματα αυτά πήγαζαν από μια ανάγκη προσωπικής επαφής. Δεν επεδίωκαν πάντα τη δημοσίευση, τις περισσότερες φορές την απέφευγαν. Μερικά ήταν γραμμένα (παλαιότερα) με μελάνι, κάποια χτυπημένα σε γραφομηχανή, και άλλα γραμμένα με τρεμάμενο χέρι και δυσανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα. Αυτά, τα τελευταία, περιελάμβαναν και μια συγγνώμη για το δυσανάγνωστο του κειμένου, το οποίο οφειλόταν σε προχωρημένη ηλικία.
Εχω κρατήσει δεκάδες από τα γράμματα αυτά, που, πια, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν έρχονται πλέον. Είναι ένα κομμάτι ιστορίας, της κοινωνίας μας αλλά και των εφημερίδων.
Αν γραφτεί η ιστορία των εφημερίδων θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδική ενότητα για την προσωπική σχέση με τους αναγνώστες.
Θυμάμαι αναγνώστες, με τους οποίους υπήρχε αλληλογραφία, γεννημένους το 1907, το 1913, το 1919 και το 1924. Είχαν ζήσει άλλες εποχές, και με την πείρα της ζωής αλλά και την έκθεσή τους σε μια άλλη πρόσληψη της ελληνικής γλώσσας, έστελναν γράμματα και σημειώματα που σήμερα προκαλούν σκέψη και συναίσθημα.
Είναι μια άλλη παράμετρος του τρόπου με τον οποίο προχωράει η εποχή μας.

