Από την εποχή που ο Μαξ Βέμπερ μιλούσε για τον «αθέατο αγώνα μεταξύ ειδικευμένης υπαλληλίας και απολυταρχίας» των προηγούμενων αιώνων μέχρι τις σύγχρονες δημοκρατίες, του 21ου αιώνα, όπου η τεχνοκρατική επάρκεια έχει αναδειχθεί σε κρίσιμη προϋπόθεση της αποτελεσματικής διακυβέρνησης, χρειάστηκε να διανυθεί σημαντική απόσταση. Οι εκθετικοί ρυθμοί εξέλιξης της τεχνολογίας καθιστούν, ωστόσο, ανέφικτη πλέον τη λειτουργία του κράτους χωρίς τη συνδρομή στελεχών υψηλής εξειδίκευσης, σε νεοπαγή, πέραν της κλασικής κατανομής αρμοδιοτήτων, πεδία. Η τάση για απόσπαση από τα οργανωτικά σχήματα της παραδοσιακής διοίκησης, τομέων αιχμής, όπως προσωπικά δεδομένα, ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, ανταγωνισμός, ενεργειακές πολιτικές κ.ο.κ., είναι ήδη διεθνώς εμπεδωμένη.
Περαιτέρω, στις γενεσιουργούς αιτίες του λειτουργικού novum που αποτέλεσαν οι Ανεξάρτητες Αρχές συναριθμείται η ανάγκη χειραφέτησης ευαίσθητων πεδίων διοικητικής δράσης από την ασφυκτική μονοτροπία των κυβερνητικών πλειοψηφιών. Ο εποπτικός ρόλος των αρχών ως θεσμικών αντιβάρων αναβαθμίζει την ποιότητα της δημοκρατίας, καθώς, μεταξύ άλλων, εγγυάται την ενίσχυση των δικαιωμάτων των μειοψηφιών.
Η αναγωγή συνεπώς του θεσμού, πέραν και πλέον των εθνικών συνταγματικών του ερεισμάτων, στις καταστατικές αρχές του ενωσιακού δικαίου ενισχύει τη διασύνδεσή του με ό,τι συγκροτεί την ευρωπαϊκή εκδοχή του κράτους δικαίου. Υπό αυτήν την έννοια, τα επιχειρήματα που εισφέρει ο επιστημονικά ανήσυχος Αντώνης Μεταξάς, στο πρόσφατο εκτενές δοκίμιό του υπό τον τίτλο «Ανεξάρτητες αρχές και ευρωπαϊκό δικαιοκρατικό κεκτημένο», δεν είναι ουδέτερα. Τουναντίον, θέτουν εύλογους προβληματισμούς «υπέρ της Ευρώπης», με σταθερό ορίζοντα «την ενωσιακή ενοποιητική προοπτική».
Η κατοχύρωση της λειτουργικής ανεξαρτησίας των αρχών στα ιδρυτικά κείμενα της Ενωσης συμβάλλει ειδικότερα στην υπαρξιακή θωράκισή τους έναντι αμφίθυμων ή ενάντιων κυβερνητικών πλειοψηφιών. Παράλληλα, δε, διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις για διαλεκτική σύμπλευση των ευρωπαϊκών δικαιοταξιών στο ευαίσθητο πεδίο των ατομικών δικαιωμάτων, των ειδικότερων οικονομικών ελευθεριών περιλαμβανομένων.
Στην παρούσα συγκυρία, ωστόσο, το ειδικό βάρος ανάλογων επιχειρημάτων ως προς τη συμπερίληψη των ανεξάρτητων αρχών μεταξύ των κρίσιμων θεσμικών εφεδρειών του ενωσιακού κεκτημένου έχει σημασία για δύο επιπλέον λόγους. Κατά πρώτον, η πολιτική περιδίνηση στην οποία έχουν περιέλθει άλλοτε κραταιές δυτικές δημοκρατίες λόγω της σταθερής ανόδου ακροδεξιών μορφωμάτων, με ανιχνεύσιμες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης, καθιστά απολύτως αναγκαία την αυτορρύθμιση της έννομης τάξης και την ανάσχεση της πολιτικής αποσταθεροποίησης. Ενόψει ενός τέτοιου κινδύνου, τα ιδιοσυστασιακά χαρακτηριστικά των ανεξάρτητων αρχών μοιάζουν πρόσφορα προς αξιοποίηση στην ευρύτερη προσπάθεια αποκατάστασης της θεσμικής αρρυθμίας.
Κατά δεύτερον, η απομάγευση της προοπτικής που προσβλέπει «στην ένωση των λαών και όχι στις συμμαχίες των κρατών» δεν περιορίζεται, εδώ και μία δεκαετία τουλάχιστον, σε ασυντόνιστα crescendos· ούτε, ασφαλώς, η σχετική κακόφωνη ρητορεία εξαντλείται σε μικροκομματικά οφέλη ιδιοτελών ευάριθμων. Το αποτύπωμά της είναι μετρήσιμο σχεδόν σε κάθε εκλογική διαδικασία εντός των χωρών-μελών, ενώ η όξυνση του μεταναστευτικού προβλήματος επιταχύνει την πολιτική αμφισβήτηση εις βάρος των εγχώριων φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων. Σε αυτήν ακριβώς την contra συγκυρία και ενόσω πληθαίνουν οι φυγόκεντρες τάσεις από το optimum της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, οι ανεξάρτητες αρχές, ως συνιστώσα της κοινής συνταγματικής παράδοσης των χωρών-μελών και εγγυητικοί επιταχυντές των ατομικών δικαιωμάτων, θα αποτελούν πάντα αξιομνημόνευτη υπόμνηση της δυναμικής του ενωσιακού εγχειρήματος.
Οι δεκαετίες που παρήλθαν από το τέλος των δύο μεγάλων πολέμων συνέβαλαν στην άμβλυνση της συλλογικής μνήμης και στην ψυχική αποστασιοποίηση από τα δεινά που επέφερε ο κατακερματισμός της ηπείρου. Ο επίμονος Α. Μεταξάς και όσοι διαπνεόμενοι από ανάλογες αγωνίες επιμένουν να διαθέτουν τον έγκυρο λόγο τους όχι μόνο για να συντηρούν, αλλά κυρίως για να επικαιροποιούν το δικαιοκρατικό αξιακό πλαίσιο της Ενωσης, προσφέρουν χρήσιμες υπηρεσίες. Κυρίως επειδή θυμίζουν ότι η απάντηση στα υπαρκτά ελλείμματα, όσο απέχουμε από το ενωσιακό βέλτιστο, δεν είναι οι ανιστόρητοι αφορισμοί για λιγότερη ή καθόλου Ευρώπη. Τουναντίον, ζητούμενο παραμένει η συστράτευση για περισσότερη Ευρώπη, με θεσμούς επαρκώς συνεκτικούς προς επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης και καθολικής ευημερίας. Υπό αυτήν την έννοια, οι ανεξάρτητες αρχές συνιστούν παράμετρο θεσμικού πραγματισμού, ενισχύοντας την προσπάθεια μετασχηματισμού «του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες» σε ενωσιακά κεκτημένα υπέρ των φορέων τους, εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας.
*Η δρ Αικατερίνα Παπανικολάου είναι δικηγόρος, τέως μέλος στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών.

