Ποιος ωφελείται; Ο πρώην πρωθυπουργός δεν είχε ακόμη ταφεί. Οι επικήδειοι δεν είχαν ακόμη εκφωνηθεί. Και τη συζήτηση για την υστεροφημία του απειλούσε να μονοπωλήσει η επικεφαλής ενός αδιαμόρφωτου κόμματος της άπω δεξιάς που, χάρη στην ενθάρρυνση των δημοσκοπήσεων, εμφανίζει συμπτώματα πολιτικού νεοπλουτισμού. Γιατί; Πώς εξασφαλίζεται αυτή η ασύμμετρη επιρροή;
Παντού όπου τα κόμματα που τρέφονται από τα αναμμένα αίματα των σοσιαλμιντιακών αρτηριών είναι διαρκώς σε ετοιμότητα να σπάσουν τα ταμπού. Αυτά τα σχήματα ζουν καταπατώντας το σαβουάρ βιβρ της ορθής πολιτικής συμπεριφοράς. «Δεν μασάνε» να πουν αυτό που οι περισσότεροι θα ντρέπονταν να πουν δημοσίως, προκειμένου να δώσουν φωνή ακόμη και σε κανιβαλικά ένστικτα. Δεν διστάζουν να γράψουν στο Twitter ότι για τον Σημίτη «θα έπρεπε να κηρύξουν εθνικό πένθος οι Τούρκοι».
Το ΠΑΣΟΚ φάνηκε να διχάζεται και για το πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίσει την απόπειρα πολιτικής σκύλευσης της ιστορικής του κληρονομιάς. Πρόκειται για ένα δίλημμα αενάως εκκρεμές: Πώς αντιμετωπίζεις τους μιντιακούς σαμποτέρ που έχουν ως καύσιμο της διασημότητάς τους –και της εκλογικής τους απήχησης– την προβοκάτσια;
Ασχολείσαι με τη Λατινοπούλου; Την αναγορεύεις σε συνομιλητή σου και νομιμοποιείς την προβοκάτσια με τον αντίλογό σου. Αγνοείς τη Λατινοπούλου; Την αφήνεις να διασπείρει τερατολογίες και να καλλιεργεί έτσι απερίσπαστη τη μισαλλόδοξη πελατεία της.
Να ψηφοθηρείς πάνω από ανοιχτούς τάφους και να κερδίζεις.
Η Αννα Διαμαντοπούλου ζήτησε το πρώτο – την καταγγελία της τυμβωρυχίας. Ο Παύλος Γερουλάνος προτίμησε το δεύτερο – την αφ’ υψηλού προσπέραση. Μπορεί κανείς να ικανοποιηθεί με τη σκέψη ότι οι απόπειρες της μετά θάνατον αποδόμησης του Σημίτη καταλήγουν να μετρούν ως έμμεση συνεισφορά στη μνήμη του: Οι ιερεμιάδες για την απώλεια εθνικού εδάφους και τα «γκριζαρίσματα» του Αιγαίου θυμίζουν τη διαφορά μεταξύ του «πατριωτισμού» της πολεμοκάπηλης κραυγής και του πατριωτισμού της διπλωματικής πράξης που, με μέθοδο και επιμονή, αξιοποίησε τα ατού της χώρας για να βάλει την Κύπρο στην Ε.Ε.
Οσοι πωλούν τώρα φρόνημα, παράγουν το κοντράστ που έκανε τον πραγματιστή πρωθυπουργό να ξεχωρίζει στην εποχή του. Η αντίθεση με τη δημαγωγία είναι ακόμη πιο ευδιάκριτη σήμερα, με την προνομιακή γνώση όσων ακολούθησαν στη μετά Σημίτη εθνική περιπέτεια.
Ομως, αυτές οι διαφορές και οι αντιστίξεις είναι αισθητές μόνο στους ήδη πεπεισμένους – μόνο σε όσους ήταν ήδη σε θέση να ζυγίσουν άυλα ιστορικά μεγέθη όπως η εθνική εμβέλεια.
Οσοι θέλγονται από το χωνί της Λατινοπούλου ανήκουν, δυστυχώς, σε άλλη σφαίρα. Το μελαγχολικό συμπέρασμα είναι ότι ο καβγάς πάνω από το φέρετρο του Σημίτη ωφελεί μόνο εκείνους που τον ξεκίνησαν. Απέναντί τους καμία σημιτοπρεπής απάντηση δεν είναι ισχυρή.

