Πριν από πέντε χρόνια παρά ένα μήνα, η ψυχή μου δοκιμάστηκε άγρια από την αρρώστια του παιδιού μου. Ανήμπορος να γράψω κάτι άλλο πέρα από την αγωνία που καταδυνάστευε κάθε μου στιγμή, έγραψα στις σελίδες αυτής της εφημερίδας για εκείνη την εμπειρία.
Η ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό ήταν ανέλπιστη, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το αίσθημα αλληλεγγύης, αλλά και σε ό,τι αφορά το κουράγιο που, παντελώς άθελά μου, έμαθα έκπληκτος ότι έδινα σε αγνώστους.
Οι πρώτοι εκείνοι οκτώ μήνες ήταν εφιαλτικοί. Το υπόλοιπο της θεραπείας, που κράτησε δύο χρόνια, ήταν πιο ήπιο: από τη στιγμή που έπαψαν οι ενδοφλέβιες χημειοθεραπείες (χορηγούνταν πλέον από το στόμα), η ζωή της οικογένειας επέστρεψε σε μια κάποια, έστω στρεβλή, κανονικότητα.
Τον Απρίλιο του 2022, επισήμως, η λευχαιμία είχε τεθεί «σε ύφεση». Οι θεραπείες σταμάτησαν, συνεχίστηκε η παρακολούθηση, που συνεχίζεται έως σήμερα. Οταν τελείωσαν οι θεραπείες του παιδιού, μετά το τελευταίο καθαρό μυελόγραμμα, αισθάνθηκα ένα άδειασμα, ένα κενό. Ενα αίσθημα αδιανόητης ανακούφισης.
Σχεδόν ταυτόχρονα όμως ήταν και ένα κενό δυσάρεστο. Οχι, δεν νοστάλγησα ξαφνικά τις νοσηλείες στην παιδογκολογική! Αυτό που συνέβη ήταν ότι εκείνος ο εξουθενωτικός μαραθώνιος με ξαφνικά, αιφνίδια σπρινταρίσματα επί δύο χρόνια, είχε φτάσει στο τέρμα του.
Πλέον δεν κοιτάζαμε την κάθε μέρα ξεχωριστά όπως μας είχαν διδάξει οι γιατροί στο «Ελπίδα». Πλέον ήμαστε ελεύθεροι να αναλογιστούμε τι περάσαμε. Και τότε ήρθε η κατάρρευση, ο κλονισμός.
Κι αυτό κράτησε πολύ, μέχρι πολύ πρόσφατα θα έλεγα. Ηταν και το κομμάτι το πιο δύσκολο για να βγει προς τα έξω.
Ναι, ως γεγονός η αρρώστια είχε περάσει. Και αυτό ήταν ευλογία. Ως ψυχικό γεγονός, όμως, μέσα μας συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση.
Μονάχα οι άλλοι παθόντες γονείς μπορούσαν –και μπορούν– να μας καταλάβουν. Και ευτυχώς για όλους τους υπόλοιπους: σημαίνει ότι δεν το έχουν ζήσει.
Το κλείσιμο της πενταετίας από την ημέρα της διάγνωσης είναι για κάθε καρκινοπαθή ένα ορόσημο. Ενα ας πούμε ασφαλές σημείο απ’ το οποίο μπορείς ακόμη περισσότερο να αφήσεις πίσω σου την αγωνία.
Η αγωνία δεν θα φύγει ποτέ, για εμάς τους γονείς. Αλλά οπωσδήποτε βρισκόμαστε μακριά από εκεί όπου βρεθήκαμε τότε.
Πέντε χρόνια μετά, όσοι με αναγνωρίζουν στον δρόμο ή καταλαβαίνουν ότι είμαι η υπογραφή πίσω από ορισμένα κείμενα σε αυτή την εφημερίδα, σπεύδουν αμέσως να με ρωτήσουν: Πώς είναι το παιδί;
Συνέβη πριν από λίγες ημέρες. Συμβαίνει κάθε τόσο. Πέντε χρόνια μετά δεν έχει μείνει μονάχα η δύσκολη μνήμη. Εχει μείνει και εκείνη η αλληλεγγύη, η «καλοσύνη των ξένων».
Πέντε χρόνια μετά, εκείνος ο εφιάλτης, στην αυγή μιας νέας χρονιάς, είναι πλέον ο γλυκός λόγος στο ειλικρινές ενδιαφέρον των αναγνωστών αυτής της υπογραφής. Ενα μεγάλο, μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς!

