Κάθε δημόσιος χώρος είναι μια μικρή διεκδίκηση. Ψηλαφώ τα σημάδια κάνοντας βόλτα. Υπάρχουν γωνίες όπου μερικοί αφήνουν μπολάκια με νερό για τ’ αδέσποτα. Υστερα τα μπολάκια λείπουν. Τελικά, επανεμφανίζονται συνοδευόμενα από μία σελίδα κολλημένη με σελοτέιπ, εκτύπωση του τάδε νόμου, παράγραφος τάδε που λέει πως μπορείς να ρίχνεις την καρδιά σου στους αδέσποτους σκύλους και στις περιφερόμενες γάτες. Δεν το λέει έτσι, αλλά καταλάβατε.
Μερικές φορές, εκεί που βγάζω το σκυλί μου, συναντάμε μία φλούδα πρασίνου και καχεκτικών δέντρων με σκόρπια χαρτόκουτα τριγύρω και τροφές για τις γάτες. Στις γάτες αρέσει να κάθονται μέσα στα κουτιά. Το σκυλί δεν τις πειράζει. Εκεί, σ’ αυτή τη μικρή φλούδα πρασίνου με τα χαρτόκουτα έρχονται παράξενες κυρίες και ρίχνουν τη γατοτροφή. Μιλάνε στα γατιά με ονόματα που τους δίνουν αυτές οι ίδιες. Οι γάτες τρίβονται και γουργουρίζουν. Γίνεται εκεί μια μικρή διεκδίκηση τρυφερότητας.
Ολη η φλούδα πρασίνου τρέπεται σε πεδίο διεκδικήσεων. Κάποιοι βλέπουν τις ταΐστρες και τρελαίνονται. Ρίχνουν κόκαλα και αποφάγια που είναι επικίνδυνα για τις γάτες. Οι κυρίες με τη γατοτροφή είναι «παράξενες, κολλημένες», για να μην πω τίποτα χειρότερο. Μετά εμφανίζεται κάποιο χαρτί κολλημένο με σελοτέιπ που λέει: μη ρίχνετε ό,τι σας κατέβει στις γάτες, θα πεθάνουν. Μετά μπορεί να βρεις μια ψόφια γάτα πίσω από κανέναν κάδο.
Εμένα με συγκινεί η ευαισθησία των ανθρώπων που φροντίζουν αδέσποτο. Ξοδεύουν τα λεφτά τους, για να τρέξουν στα κτηνιατρικά νοσοκομεία που είναι πανάκριβα. Γίνονται νοσηλευτές του θηρίου. Μιλάνε στο σκυλάκι που έχουν υιοθετήσει, ανοίγουν την ψυχή τους εκεί, στη μέση των δρόμων της πόλης, για να ρωτήσουν το μικρό κτήνος αν θέλει να φάει. Πάνε και παίρνουν κονσέρβες και τις ρίχνουν στα γατιά, που μαζεύονται γύρω τους σαν καρχαρίες που μυρίζονται αίμα.
Σ’ έναν κόσμο σκληρότητας, πόσο συχνά νιώθουν οι άνθρωποι την ανάγκη να γίνουν μαλακοί; Οι παράξενες κυρίες με τις γάτες συμμετέχουν στη διεκδίκηση τρυφερότητας και θα έπρεπε να τιμώνται γι’ αυτό.
Στα μέρη που μαζεύονται γατιά πάνε και βάζουν τα κουτιά τους και γράφουν με μαρκαδόρο κάτι απολύτως άβολο του στυλ: «Μην πειράζετε τις ψυχούλες». Είναι το πανό τους. Κι όπως όλα τα πανό είναι κριντς. Συνιστά όμως την προσωπική τους συμβολή στην τέχνη της διεκδίκησης του δρόμου. Ενα σπάσιμο της σκληρότητας.
Μα θα μου πεις τόσα γίνονται. Τις προάλλες έπεσα πάνω σε μία σελίδα για τους σκύλους στη Γάζα και η καρδιά μου σπάραξε. Θα πεις, τι καλτίλα είναι αυτή με τα ζώα; Εδώ σκοτώνονται παιδιά κ.λπ. Και πάλι, όταν είδα μια εικόνα με μαζεμένα κοπρόσκυλα με τα μάτια μπηγμένα μέσα στο κρανίο από τον φόβο, μ’ αυτή την έκφραση απόγνωσης και τρομώδους αγωνίας που παίρνουν οι σκύλοι όταν η αγέλη τους βρίσκεται σ’ έναν τόπο με κρότους, ράγισε η καρδιά μου. Δεν ελέγχω ακριβώς με τι θα συγκινηθώ.
Σ’ ένα πρόσφατο βιβλίο της ταλαντούχας Κορεάτισας Κιμ-Χιε Τζιν, την Ακρόαση (μετάφραση Αμαλία Τζιώτη), μία γυναίκα που βρίσκεται σε προσωπικό και επαγγελματικό αδιέξοδο, επειδή την εκφοβίζουν και την κατασπαράζουν στο Διαδίκτυο για σχόλια που έκανε σε μία τηλεοπτική εκπομπή, βρίσκει παρηγοριά στη γνωριμία με μία γάτα του δρόμου. Η επαφή με τη γάτα και οι διεκδικήσεις στον δρόμο (εμφανίζονται οι κλασικοί τύποι που τάχα σιχαίνονται τα πιατάκια της γατοτροφής κ.λπ.) γίνονται η αφορμή για να ψάξει τα δικά της συναισθήματα που έχουν μπλοκαριστεί.
Το έργο είναι εξαιρετικά αμφίσημο. Η αφηγήτρια δεν ξέρει γιατί ασχολείται ξαφνικά με τις γάτες, αυτή που δεν είχε καμία επαφή. Συναισθηματικό μπέρδεμα, ίσως. Κενό. Ομως, τι νόημα έχουν κι οι επαφές μας με ανθρώπους, αφού οι άλλοι άνθρωποι παραμένουν πάντα μυστήρια (συνθήκη καταστατική για την ανάπτυξη κάποιου πάθους ανάγνωσης λογοτεχνίας); Πόσα κρατάμε μέσα μας και τι λέξεις τελικά εκστομίζουμε; Γιατί ποτίζουμε τις αδέσποτες γάτες, από αυτολύπηση ή σκέτη λύπηση ή επειδή έτσι; Δεν δίνει απαντήσεις η Κιμ-Χιε Τζιν. Προσωπικά, δεν έχω μια συνεκτική ηθική στάση απέναντι στα ζώα. Τρώω χταπόδια, που μάλλον είναι πιο έξυπνα από τον σκύλο μου. Δεν ξέρω αν αυτά τα πλάσματα έχουν έναν ολόκληρο συναισθηματικό κόσμο ή εάν ό,τι μοιάζει με συναίσθημα είναι απλώς αντίδραση σε ερεθίσματα.
Μπορεί τα ζώα να μας κάνουν παρέα για να επιβιώσουν. Μπορεί το ίδιο να προσπαθούν κι οι κατσαρίδες, αλλά το κέλυφός τους δεν είναι γούνα σκύλου, δεν μυρίζει ντορίτος και απαντοχή. Πρόσφατα ένα αγόρι μού είπε «εγώ και η γάτα μου είμαστε οικογένεια». Ξέρω πως κάποιοι ξινίζουν τα μούτρα τους με τέτοιες δηλώσεις, αλλά πώς αλλιώς να πεις τους δεσμούς αγάπης και φροντίδας που αναπτύσσονται; Μήπως η ανάγκη μας για κάτι μαλακό είναι μεγαλύτερη απ’ όσο θέλουμε να παραδεχθούμε; Και μήπως, ασφαλείς στα δωμάτιά μας ή στην ανωνυμία των δρόμων, αφηνόμαστε να σπάσουμε μια πανανθρώπινη συμφωνία σκληρότητας;

