Είναι ωραία να βγαίνεις πού και πού από τη ρουτίνα σου. Μια μέρα, λοιπόν, κάποια αδέσποτη καταναλωτική υποχρέωση με ανάγκασε να «ταξιδέψω» από το κέντρο της Αθήνας στον Πειραιά. Αυτό που κάποτε ήταν μια μικρή περιπέτεια, εδώ και δύο –σχεδόν– χρόνια, με την επέκταση της γραμμής 3 του μετρό, είναι «παιχνιδάκι». Τι ανακούφιση να μπαίνεις στο Σύνταγμα και σε 20 λεπτά να περπατάς έξω από το Δημοτικό Θέατρο, με την αλμύρα της θάλασσας να σου γαργαλάει τη μύτη.
Αν περπατήσεις στο κέντρο του Πειραιά, συνειδητοποιείς ότι η Αθήνα δεν διαθέτει πλέον συγκροτημένη αγορά.
Αναζήτησα το κατάστημα που ήθελα, η απόσταση από τον σταθμό ήταν αστεία για τα αθηναϊκά δεδομένα. Κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι αισθανόμουν διαφορετικά κατά τη διάρκεια αυτής της πολύ σύντομης διαδρομής. Το περιβάλλον με υπέβαλε σε μια διαφορετική εμπειρία. Προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω αυτό που ένιωθα, κατέληξα σε μερικές πολύ πρόχειρες εξηγήσεις. Κατ’ αρχάς, η πόλη μού φαινόταν πιο «τακτοποιημένη», σαν να μην ήμουν τόσο εκτεθειμένος στην επιθετικότητα του αθηναϊκού κέντρου. Τα πεζοδρόμια ήταν επαρκή και τα καταστήματα απηχούσαν έναν πλουραλισμό εμπορικών δραστηριοτήτων που σε έκανε να νιώθεις ασφαλής ότι έχεις πρόσβαση σε μια ποικιλία αγαθών αδιανόητη για την πραγματικότητα του κέντρου της Αθήνας. Σε λίγα οικοδομικά τετράγωνα υπήρχαν όλα όσα θα μπορούσε να ζητήσει ένας μέσος καταναλωτής. Ηταν ένα αίσθημα και μια εικόνα που είχα δοκιμάσει πριν από δεκαετίες, όταν είχα επισκεφθεί τη Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά· η έννοια ενός συγκροτημένου εμπορικού κέντρου όπου συνυπάρχουν γούστα, συνήθειες και καταγωγές.
Η εμπειρία του Πειραιά με έκανε να μελαγχολήσω ελαφρώς. Κατακερματισμένη χωροταξικά, απονευρωμένη εμπορικά, ανερμάτιστη κοινωνικά και στην πραγματικότητα άκεφη και χαοτική, η αγορά της Αθήνας όπως την ξέραμε για δεκαετίες, ανάμεσα στη βασική ραχοκοκαλιά της Ερμού και στην πιο δυσπρόσιτη πιάτσα του Κολωνακίου, σήμερα απλώς δεν υπάρχει. Από τη μια πλευρά η σταδιακή κατάρρευση της Σταδίου, της Πανεπιστημίου και της Ακαδημίας και από την άλλη η σταδιακή μεταμόρφωση του Εμπορικού Τριγώνου σε τουριστικό μαγνήτη έχουν διαμορφώσει μια πολύ διαφορετική συνθήκη. Γιατί αυτό που αποκαλούμε «αγορά» δεν είναι μόνο τα καταστήματα· είναι και ο κόσμος που την επισκέπτεται, μια σχετικά διαταξική παρέλαση που εμπεδώνει την καταστατική φύση της πόλης, της κάθε πόλης, που είναι η κοινωνική πρόσμειξη, η επαφή ανάμεσα στα επαγγέλματα, στις καταγωγές, στις γειτονιές. Αυτό που υπήρξε κάποτε ιδρυτική συνθήκη για τη μεταπολεμική Αθήνα, η απουσία κάθετων αποκλεισμών τόσο στις οικιστικές όσο και στις εμπορικές της ζώνες, θολώνει επικίνδυνα. Οσο το ΑΕΠ αυξάνεται, ο πειρασμός του εύκολου κέρδους (μέσω της εστίασης και του τουρισμού) μεγαλώνει και σε συνδυασμό με τις καταιγιστικές αλλαγές που φέρνει το ηλεκτρονικό εμπόριο μας υποχρεώνουν να ξανασκεφτούμε το μέλλον των πόλεών μας. Ο Πειραιάς αντέχει. Αλλά για πόσο ακόμα;

