Η σχέση μου με το πένθος είναι πολύ προσωπική. Υποθέτω το ίδιο συμβαίνει με όλες/όλους. Είναι δική μου υπόθεση, πώς να το κάνουμε τώρα; Τις προάλλες επέβαινα σ’ ένα λεωφορείο και στ’ ακουστικά σκάει ο Μαχαιρίτσας. Ετυχε κι έπαιξαν τον Τούρκο στο Παρίσι σε κάποιο ραδιόφωνο. Σκέφτηκα: όπα κάτσε! Ο Μαχαιρίτσας πέθανε; Δεν ήμουν σίγουρη, αλλά κάπου κάτω από στρώματα σκόνης αναδύθηκε η πληροφορία και κόντεψα να βάλω τα κλάματα κατεβαίνοντας τη Λεωφόρο Συγγρού.
Με τις δημόσιες εκδηλώσεις συλλογικού τάχα πένθους με πιάνει μία αποστροφή. Δεν προλαβαίνει να πεθάνει κάποιος και η είδηση ταξιδεύει στα κύματα του Διαδικτύου μαζί με φωτογραφίες και πληροφορίες για την ασθένεια. Αυτό ενδεχομένως σημαίνει πως κάποιοι συγγενείς ή θεράποντες οριακά παρενοχλήθηκαν στην προσπάθεια να βγει το λαβράκι. Τον στόχο τής κάθε ιστοσελίδας που σας δείχνει μέσα σε δευτερόλεπτα απ’ την απώλεια μεγεθυμένες φωτογραφίες νεκρών, ηλικία, ασθένεια και άλλα κανιβαλιστικά πράγματα τον ξέρετε.
Ανάμεσα σε λίστες με τα 700 καλύτερα βιβλία γι’ απόψε το βράδυ και σε «προτάσεις» με τα 2.000 καλύτερα εστιατόρια μόνο για σήμερα το μεσημέρι, πρέπει να μάθετε και τις αντιδράσεις άλλων διασήμων στον θάνατο του διασήμου κι ενδεχομένως να δείτε και πλάνα απ’ τις κηδείες. Επίσης, πρέπει να αντιδράσετε και εσείς. Γιατί όσο δεν αντιδράτε οι ιστοσελίδες, οι τεχνολογικοί κολοσσοί και άλλοι αεροπειρατές του μυαλού σας χάνουν χρήμα. Και, οκέι, αν έτσι το νιώσεις, κάντο. Αν θέλεις να κάνεις ποστ με κεράκια και θλιμμένα προσωπάκια και ένα τραγούδι, επειδή κάποιος «έφυγε», καλά κάνεις, ποια είμαι εγώ να σε κρίνω; Αν, όμως, παθαίνεις κοκομπλόκο μπροστά στον θάνατο, μήπως δικαιούσαι να αντιδράς με τους δικούς σου ρυθμούς;
Μία θεία που έχω στο χωριό είχε πάντα αγωνία ποιος έκλαψε πιο δυνατά στην κηδεία. Αυτήν θυμάμαι όταν τα δίκτυα (κοινωνικά, τηλεοπτικά, ενημερωτικά) δαγκώνουν κομμάτι από τον πόνο του κόσμου και μάς το προσφέρουν για φάγωμα. Αυτό το αναμασημένο πένθος, αυτό νομίζω με αηδιάζει μαζί με την κερδοφορία του. Εν τω μεταξύ, άπαξ και ψαχουλέψεις λίγο για κάποιον διάσημο νεκρό, ανοίγει μία φρικτή λαγουδότρυπα όπου το κινητό σου σού μιλάει μόνον γι’ αυτόν. Είναι βίαιο και απάνθρωπο.
Βίαιη είναι και η ανάγκη όσων βιοπορίζονται απ’ τα κουτσομπολιά και την ανακίνηση των χαμερπέστερων ενστίκτων να αποσπάσουν δηλώσεις απ’ τους πενθούντες ή να συγκινήσουν υπερβολικά/εύκολα τους χρήστες του Διαδικτύου (σε αντίθεση με τη θεία μου που όλη την έρευνα την κάνει για την ψυχή της).
Οπως έχει δείξει ο ευαίσθητος και καλαίσθητος σκηνοθέτης Μάριο Μπανούσι στα επιτυχημένα θεατρικά του έργα (Goodbye Lindiτa, Taverna Miresia), το πένθος χτυπάει στο σώμα. Σ’ ένα πεδίο εκτός των λέξεων, ο άνθρωπος ανοίγει μία τρύπα για να θάψει ό,τι πρέπει να θαφτεί. Η διαδικασία περιλαμβάνει πλύσιμο και βρωμιά, χορό και ακινησία, το να κοπανιέσαι και να κουλουριάζεσαι. Είναι λασπερό, ακανθώδες και πανταχού παρόν το πένθος.
Τα έργα του Μπανούσι μού άρεσαν, παρόλο που δεν είχαν λέξεις, επειδή είχαν γυναίκες και τελείωναν με αγκαλιά. Οχι μόνο επειδή έχω σιχαθεί στη μαζική τέχνη του θεατρικού περφόρμανς να βλέπω κυρίως γυμνασμένους ημίγυμνους άνδρες, αλλά και για έναν άλλο λόγο, πιο ουσιώδη: εδώ και αιώνες οι γυναίκες (συχνά μετανάστριες) αναλαμβάνουν τη βαριά δουλειά τής φροντίδας μέχρι τέλους. Αυτές προσφέρουν την αγκαλιά τους, το άγγιγμα και το χτύπημα στον ώμο.
Αυτές παρέχουν το συντακτικό των πρώτων ημερών τού χάους λέγοντας κοινοτοπίες και φροντίζοντας το φαγητό και τους καφέδες ή θρηνολογούν και μοιρολογούν εκτονώντας το συναίσθημα με την κοιλιά και το λαρύγγι τους.
Φυσικά ο καθένας μπορεί να κάνει ό,τι θέλει όταν πενθεί. Μπορεί να παίξει κιθάρα στο μπαλκόνι ή να καθίσει σιωπηλά μέσα στην εκκλησία. Μπορεί να συνεχίσει να κάνει ό,τι έκανε κουβαλώντας ένα μπαλόνι με καρφίτσες στην κοιλιά. Ομως, όλ’ αυτά τα γράφω για να πω ότι, σε ό,τι αφορά την απώλεια, ο χρόνος κυλάει αλλιώς για τον καθένα. Η εποχή της επιτάχυνσης και της διαρκούς συνδεσιμότητας έχει έναν και μόνο χρόνο, αυτόν που μάς τρώει τα σωθικά με υπενθυμίσεις, ενημερώσεις, γραφειοκρατικοποίηση της ζωής. Η μοναχική πορεία προς την ίαση και τη συμφιλίωση είναι άλλο πράγμα.

