
Η γκρίνια για το μετρό Θεσσαλονίκης είναι κατ’ αρχήν μια αντίδραση αντανακλαστική, αναμενόμενη και ανεξάρτητη από τους παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν δικαιολογημένη, αυθεντική γκρίνια. Οι λόγοι είναι ιδιοσυγκρασιακοί: πρέπει να γκρινιάξουμε επειδή αυτό επιτάσσει η γκρινιάρα φύση μας· επειδή αν δεν γκρινιάξουμε, η ψυχραιμία μας ίσως ερμηνευτεί ως δειλία ή συναίνεση σε κάτι σκοτεινό (τι ακριβώς δεν ξέρουμε, αλλά πάντα υπάρχει μια σκοτεινή συνωμοσία εναντίον μας). Οι λόγοι είναι και πολιτικοί: η γκρίνια επιβάλλεται από μια ηθική επιταγή αντίστασης προς το «σύστημα» γενικά και την εκάστοτε κυβέρνηση ειδικά. Αν, μάλιστα, τυχαίνει να κυβερνά κάποιος που δεν συμπαθούμε πολιτικά ή που έχουμε προαποφασίσει ότι δεν πρέπει να συμπαθούμε πολιτικά, οφείλουμε να γκρινιάξουμε, διαφορετικά θα είναι σαν να τον επαινούμε ή ακόμη και σαν να προσχωρούμε στο στρατόπεδό του. Με λίγα λόγια, η γκρίνια στην Ελλάδα είναι ένα είδος ταυτότητας: γκρινιάζουμε επειδή αυτό ορίζουμε ως κανονικό· επειδή αυτή η λειτουργία μάς φέρνει σε επαφή με τον εαυτό μας.
Επαγγελματίες χαιρέκακοι
Υπάρχουν, βέβαια, και αυτοί που προσπαθούν να προσδώσουν στη διαμαρτυρία για τη διαμαρτυρία μια επίφαση πραγματισμού. Κάποιοι είπαν, για παράδειγμα, ότι το μετρό Θεσσαλονίκης δεν ήταν απαραίτητο· ότι καλύπτει μια πολύ μικρή απόσταση, επομένως δεν εξυπηρετεί τους Θεσσαλονικείς όσο θα έπρεπε. Αλλοι έδωσαν έμφαση στις καθυστερήσεις στην εκτέλεση του έργου και στα υπέρογκα ποσά που δαπανήθηκαν, εγείροντας έτσι θέμα κόστους – οφέλους. Στη συνέχεια, από τον πραγματισμό περάσαμε στη μικροπρέπεια: τα βαγόνια είναι στενά! Οι πλατφόρμες μικρότερες από της Αθήνας! Τα αρχαία, βγαλμένα και επανατοποθετημένα (δεν μπορεί, κάποια φθορά θα υπέστησαν στο πηγαινέλα!). Τα πραγματικά προβλήματα του μετρό από την άλλη, οι κακοτεχνίες που βγάζουν μάτι δηλαδή, αντιμετωπίστηκαν όχι με κριτική διάθεση αλλά με χαιρεκακία: για πολλούς, το θέαμα των διάσπαρτων κουβάδων που στήθηκαν για να μαζεύουν τα νερά της οροφής, ήταν μια ευκαιρία για διαδικτυακούς πανηγυρισμούς. Κάθε υπόνοια ότι το έργο αποπερατώθηκε πλημμελώς είναι μια δικαίωση της προκαταβολικής γκρίνιας.
Οι εχθροί της προόδου
Εκτός από εκείνους που εξανίστανται από κεκτημένη ταχύτητα (πιο πριν φώναζαν για κάτι άλλο, πιο μετά θα ξαναφωνάξουν για κάτι ακόμη), υπάρχουν αυτοί που από θέση αρχής αντιπαθούν κάθε σημάδι προόδου. Το μετρό Θεσσαλονίκης θα μπορούσε να είναι άψογο (όπως και το μελλοντικό μετρό στα Εξάρχεια), όμως, το πρόβλημά τους και πάλι δεν θα ήταν με την ποιότητα του έργου· το πρόβλημα γι’ αυτούς είναι το ίδιο το έργο, με την αλλαγή που εισηγείται, με τις διευκολύνσεις που φέρνει, με το ενδεχόμενο χαράς που εγκυμονεί. Η χαρά είναι επικίνδυνο πράγμα για όσους έχουν μάθει να εμπορεύονται τη μιζέρια, χειραγωγώντας όσους πάσχουν από αυτήν. Ενα καλό μέσο αστικής συγκοινωνίας σε μια πολύπαθη πόλη ίσως βελτιώσει τη ζωή και τη διάθεση των πολιτών, πράγμα που θα καταστήσει δυσκολότερη τη χειραγώγηση, αποδυναμώνοντας τα ερείσματα του λαϊκισμού. Επομένως, για τα πρόσωπα που ηδονίζονται από την έλλειψη ομαλότητας ή βρίσκουν πολιτικές ευκαιρίες σε αυτήν, μια θετική εξέλιξη για την πόλη είναι συμφορά και ως συμφορά πασχίζουν να την παρουσιάσουν.
Κράτος εύθικτο και δυσλειτουργικό
Οι κακές προαιρέσεις και οι συμπλεγματικοί εγκάθετοι, ωστόσο, δεν θα έπρεπε να δημιουργούν στο κράτος και στην πολιτική εξουσία την εντύπωση πως κάθε τους πράξη είναι ευλογημένη και κάθε αντίδραση εκ προοιμίου άδικη και πονηρή. Το μετρό Θεσσαλονίκης άργησε σκανδαλωδώς πολύ και αυτό είναι απαράδεκτο, ανεξάρτητα από την έκβαση του έργου. Επιπλέον, σε ένα οποιοδήποτε έργο αυτού του διαμετρήματος, πόσο μάλλον στο συγκεκριμένο που στιγματίστηκε από τόσες αναβολές, οι οροφές που στάζουν, οι κυλιόμενες σκάλες που χαλάνε από την πρώτη ημέρα λειτουργίας και τα εκδοτήρια εισιτηρίων που παρουσιάζουν τεχνικά σφάλματα (και μάλιστα μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες!) είναι κάτι σοβαρότερο από προϊόντα διαβολής πολιτικών αντιπάλων. Είναι ενδείξεις (αν όχι αποδείξεις) ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά με το έργο που παραδόθηκε, οι οποίες ενισχύουν την ήδη υπάρχουσα καχυποψία των πολιτών απέναντι σε όσους διαχειρίζονται τον δημόσιο πλούτο, την καθημερινότητά τους και τις προοπτικές της.
Το κόστος τής κομματικοποίησης
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα μεγαλόπνοα έργα σαν το μετρό Θεσσαλονίκης σπανίζουν και, όταν γίνονται, περνούν από σαράντα κύματα, έχει να κάνει κατά ένα μεγάλο μέρος με την κομματικοποίησή τους. Πολιτικοί και πολίτες τείνουν να ταυτίζουν τα έργα με τις παρατάξεις που κυβερνούν όταν τα έργα αποφασίζονται ή εκπονούνται, με αποτέλεσμα να μετατρέπουν σε πεδίο ανταγωνισμού και έχθρας ό,τι θα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως κοινός τόπος και κοινό συμφέρον. Η Ιστορία, βέβαια, δεν ξεγράφει: για όσα έγιναν ή δεν έγιναν φέρουν την ευθύνη συγκεκριμένα πρόσωπα και συγκεκριμένες πολιτικές δυνάμεις. Δεν έχουν όλοι το ίδιο μερίδιο στην επιτυχία και στην καταστροφή. Ωστόσο, αν δεν καταφέρουμε να δούμε την πρόοδο ως συλλογικό στοίχημα, θα συνεχίσει να μας διαφεύγει και, τις λίγες φορές που θα τη συναντάμε, θα είναι μισή ή θα μυρίζει άσχημα.

