Μια συνέντευξη με τον κ. Πέτρο Μολυβιάτη είναι απολαυστική, χορταστική, αλλά πρωτίστως διδακτική. Σε παλαιότερη συνέντευξή του στον Αλέξη Παπαχελά για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις ανέφερε ένα γεγονός ασήμαντο επί της ουσίας, αλλά εντελώς απομαγευτικό των γκρίζων διπλωματικών διεργασιών. Λέει ο κ. Μολυβιάτης: «Λοιπόν, αυτές τις δύο διαφορές (υφαλοκρηπίδα, εναέριος χώρος) συμφωνήθηκε μεταξύ των δύο πρωθυπουργών να τις συζητήσουν και να τις λύσουν κατά τρόπο ειρηνικό. Στο θέμα της υφαλοκρηπίδας συμφωνήθηκε, εφ’ όσον οι διαπραγματεύσεις δεν καταλήξουν, να παραπεμφθεί στο δικαστήριο της Χάγης…».
Στο σημείο αυτό ο κ. Π. Μολυβιάτης αναφέρεται στο ανέκδοτο της χαρτοπετσέτας. Λέει: «Ξέρετε, τα ανακοινωθέντα τα προετοιμάζουν οι συνεργάτες και τα εγκρίνουν και τα αλλάζουν οι ηγέτες. Μέσα στο πλαίσιο της δουλειάς μας το κουβεντιάσαμε, περίπου συμφωνήσαμε, αλλά δεν είχαμε χαρτί να γράψουμε το ανακοινωθέν. Και πήραμε μια χαρτοπετσέτα άσπρη από την καφετέρια του ΝΑΤΟ και το έγραψα εγώ…».
Στον νου μού ήρθε μια άλλη χαρτοπετσέτα και μελαγχόλησα…
Η επιθυμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή να βρεθεί μια ειρηνική λύση με την Τουρκία και το δόγμα Μπίσμαρκ πως «η μόνη σταθερή παράμετρος της Ιστορίας είναι η γεωγραφία».
Επανέρχομαι στη συνέντευξη του κ. Π. Μολυβιάτη. Σε αυτήν αποτυπώνεται η επιθυμία του Κωνσταντίνου Καραμανλή να βρεθεί μια ειρηνική λύση με την Τουρκία, καθώς είχε ασπαστεί το δόγμα του Μπίσμαρκ πως «η μόνη σταθερή παράμετρος της Ιστορίας είναι η γεωγραφία». Κάτι που υποχρέωνε τις δύο χώρες να βρουν έναν τρόπο ειρηνικής συνύπαρξης. Δυστυχώς και τότε που οι διαφορές ήταν μόνον δύο –υφαλοκρηπίδα και εναέριος χώρος– η Τουρκία δεν έδειξε καλή διάθεση, διότι οι βλέψεις της στο Αιγαίο ήταν στρατηγικής μορφής. Στη συνέχεια, στη δεκαετία του 1990, οι γείτονές μας διεύρυναν την γκάμα των διαφορών και με ζητήματα κυριαρχίας.
Υπάρχει κάποιο συμπέρασμα από τη συνέντευξη του κ. Π. Μολυβιάτη; Φυσικά! η επίλυση των ελληνοτουρκικών διαφορών σήμερα είναι αδύνατη. Ουδεμία ελληνική κυβέρνηση είναι δυνατόν να κάνει τις παραχωρήσεις που απαιτεί η τουρκική πλευρά. Συνεπώς, τίθεται ένα, εκ πρώτη όψεως, εύλογο ερώτημα: Τότε γιατί συζητάμε; Η απάντηση είναι εξίσου εύλογη: Διότι απαγορεύεται να μη συζητάμε. Η πατρίδα μας είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Ευρωζώνης και έχει διαγράψει από το πολιτικό και διπλωματικό της λεξιλόγιο τη λέξη «πόλεμος» ως μέσον επίλυσης των διαφορών. Επίσης, αντιστέκεται σταθερά στην οποιαδήποτε αναθεώρηση των συνθηκών που ισχύουν. Αρα η μόνη διαδικασία που προκρίνει είναι ο διάλογος, ώστε να μη φανεί ότι αυτή είναι η αδιάλλακτη πλευρά. Στο κάτω κάτω, σημασία δεν έχει αν συζητείς, αλλά το τι λες. Και κυρίως αν παράλληλα με τον διάλογο εξοπλίζεσαι. Και η Ελλάδα κάνει και τα δύο. Οπως έκανε και η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή και οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου.
Σήμερα πλέον οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν προσλάβει μια πολυδιάστατη μορφή, καθώς εμμέσως έχουν εμπλακεί και η Αίγυπτος και το Ισραήλ. Η ήδη δύσκολη εξίσωση έγινε ακόμη δυσκολότερη.

