Στο πολύ ενδιαφέρον και πολύπλευρα κατατοπιστικό κείμενο της «Καθημερινής» για την επίσκεψη του στρατηγού Ντε Γκωλ στη Μόσχα στις 2 Δεκεμβρίου 1944, θα ήθελα να κάνω μερικές πραγματολογικές προσθήκες. Η συγκεκριμένη επίσκεψη δεν αφορούσε μόνον τη βελτίωση της διεθνούς θέσης της Γαλλίας και το προσωπικό κύρος του στρατηγού. Αφορούσε συγχρόνως και την εσωτερική πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη Γαλλία, η οποία ενέπνεε ανησυχία λόγω της στάσης του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας.
Ο γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, Μορίς Τορέζ, βρισκόταν στη Μόσχα διότι είχε καταδικαστεί το 1940 για λιποταξία από γαλλικό δικαστήριο και δεν μπορούσε να επιστρέψει στην απελευθερωμένη Γαλλία. Την καθοδήγηση την είχε αναλάβει ο Ντικλό μαζί με ένα σκληροπυρηνικό πολιτικό γραφείο. Στις 27 Οκτωβρίου 1944, ο Ντικλό ζητούσε «οι πατριωτικές πολιτοφυλακές να παραμείνουν οι άγρυπνοι φρουροί της δημοκρατικής τάξης και ταυτόχρονα να επιφορτίζονται ενεργητικά με τη στρατιωτική εκπαίδευση των λαϊκών μαζών». Ενώ προέτρεπε την πολιτοφυλακή να διατηρεί ένα απόθεμα όπλων και πυρομαχικών σε κάθε περιοχή.*
Ο Ντε Γκωλ είχε αντιληφθεί πως επιδίωξη των κομμουνιστών ήταν η εγκαθίδρυση ενός παράλληλου συστήματος εξουσίας, με τον λαϊκό στρατό, τις λαϊκές επιτροπές και τη λαϊκή δικαιοσύνη που, στην κατάλληλη συγκυρία, θα επιχειρούσε να γίνει το μοναδικό σύστημα εξουσίας. Με δεδομένη τη σχέση πλήρους εξάρτησης των εθνικών Κ.Κ. από το παγκόσμιο καθοδηγητικό κέντρο, τη Μόσχα, ο στρατηγός με την επίσκεψή του εκεί ήθελε να περάσει το μήνυμα στους Γάλλους κομμουνιστές ότι αυτός ήταν ο επίσημος συνομιλητής του Στάλιν. Για να υπάρξει ένα θετικό κλίμα πριν επισκεφθεί τη Μόσχα, ο Ντε Γκωλ αμνήστευσε τον Τορέζ ο οποίος επέστρεψε στη Γαλλία στις 27 Νοεμβρίου 1944.
Ο στρατηγός με την επίσκεψή του στη Μόσχα ήθελε να περάσει το μήνυμα στους Γάλλους κομμουνιστές ότι αυτός ήταν ο επίσημος συνομιλητής του Στάλιν…
Σημειωτέον ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας πλήρωσε βαρύ τίμημα για το σύμφωνο Μολότοφ – Ρίμπεντροπ, το οποίο φυσικά υποστήριξε, ενώ εκτέθηκε όταν μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους ναζί ζήτησε από τις αρχές κατοχής –ως συμμαχικές λόγω του συμφώνου Μολότοφ- Ρίμπεντροπ– να επιτρέψουν την επανέκδοση της κομματικής εφημερίδας «Ουμανιτέ», της οποίας την κυκλοφορία είχε απαγορεύσει η κυβέρνηση Νταλαντιέ. (Ανάλογες αυταπάτες είχαν και οι δικοί μας Ακροναυπλιώτες κομμουνιστές, οι οποίοι ενώ μπορούσαν να αποδράσουν τον Μάιο του 1941, η καθοδήγησή τους το απαγόρευσε καθώς περίμενε να τους απελευθερώσουν οι συνεμπόλεμοι με τη Σ. Ενωση Γερμανοί κατακτητές.)
Ο Τορέζ, ευθύς ως επέστρεψε ο Ντε Γκωλ από τη Μόσχα με τη συμφωνία αμοιβαίας συνεργασίας, έριξε το σύνθημα «ένα κράτος, μία αστυνομία, ένας στρατός», βάζοντας τέρμα στην επαναστατική πολιτική της διπλής εξουσίας. Οπως σημειώνει ο Φερνάντο Κλαουντίν, «αν η αμνηστία που δόθηκε στον Τορέζ διευκόλυνε τη συμφωνία ανάμεσα στον Ντε Γκωλ και τον Στάλιν, το γαλλοσοβιετικό σύμφωνο διευκόλυνε τη συμφωνία ανάμεσα στον Ντε Γκωλ και τον Τορέζ».
* Φερνάντο Κλαουντίν «Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος», εκδ. Γράμματα, 1981.

