Πρώτα πρέπει να διαβάσεις το βιβλίο. Αργότερα μπορείς να δεις και την ταινία. Αλλά η σειρά είναι πρώτα βιβλίο μετά ταινία. Το βιβλίο είναι ένα μικρό θαύμα. 120 μικρές σελίδες, ανοίγει έτσι: «Τον Οκτώβρη τα φύλλα των δέντρων ήταν κίτρινα. Έπειτα τα ρολόγια γύρισαν μια ώρα πίσω και οι δυνατοί άνεμοι του Νοέμβρη ήρθαν και φύσηξαν και ξεγύμνωσαν τα δέντρα. Στην πόλη του Νιου Ρος, οι καμινάδες έφτυναν καπνό, που έπεφτε χαμηλά και παρασυρόταν, αχνές, λεπτές τούφες που γρήγορα σκορπίζονταν πάνω από τις αποβάθρες, και σύντομα ο ποταμός Μπάρροου, σκούρος σαν μαύρη μπίρα, φούσκωσε από τις βροχές».
Έχει πέσει παγωνιά κι ο Φέρλονγκ, έμπορος καυσόξυλων, δεν έχει χέρια να δώσει. Πέρα δώθε με το φορτηγάκι του, με τις πλάτες και τα χέρια μαύρα, μεταφέρει κάρβουνα, τύρφη και κούτσουρα. «Τι αξία είχαν όλα αυτά; αναρωτιόταν ο Φέρλονγκ. Δουλειά και ατέλειωτη έγνοια. Να σηκώνεται πριν βγει ο ήλιος και να πηγαίνει στη μάντρα, να πηγαίνει τις παραγγελίες, τη μία μετά την άλλη». Η Κλερ Κίγκαν (γεννημένη στην Ιρλανδία το 1968) στήνει μέσα σε λίγες σελίδες ένα ατμοσφαιρικό σκηνικό. Αέρας που μυρίζει χιόνι, μία μικρή σφιχτή κοινότητα που φαίνεται να ελέγχεται από το τοπικό μοναστήρι.
Η κακία περνάει ξυστά από το σπίτι. Ο Φέρλονγκ κοιτάει τη δουλειά του, προσέχει τις κόρες του, συζητά με τη γυναίκα του. Ξέρει τι είναι οι άνθρωποι. Όχι η καλύτερη φάρα. Λιγομίλητος κουβαλάει το κάρβουνο, σκίζει τα κούτσουρα. Ώσπου πηγαίνει μία παραγγελία στο τοπικό μοναστήρι. Το μοναστήρι είναι μεγάλος πελάτης, ελέγχει την παροχή εκπαίδευσης στην περιοχή, φροντίζει τα ορφανά. Ξεφορτώνοντας ο Φέρλονγκ βλέπει τη φτώχεια και την εξαθλίωση, την παιδική εργασία. Μία κοπέλα του ζητάει βοήθεια, να την βγάλει από ‘κει μέσα. Δεν τού είναι τίποτα αυτή η κοπέλα. Όμως, μήπως ο καρβουνιάρης να βοηθήσει το παιδάκι;
Το έργο της Κίγκαν είναι ένα ήσυχο, χριστουγεννιάτικο παραμύθι για τη θαλπωρή και την καλοσύνη, για την αντίρρηση στην εξουσία όταν η εξουσία φέρεται απάνθρωπα σε μικρά παιδιά. Για το καλό που συμβαίνει αθόρυβα, όπως πέφτει το χιόνι. Τι ευθύνες έχουμε προς τους άλλους, για παράδειγμα προς ένα παιδί που το βασανίζουν; Πότε κάνουμε το καλό; Σε τόσες λίγες σελίδες η Κίγκαν (μεταφρασμένη έξοχα στα ελληνικά από τη Μαρτίνα Ασκητοπούλου) βάζει όλα τα μεγάλα θέματα. Όπως στα παραμύθια η έκβαση είναι καλή και μετέωρη. Γενικώς αριστούργημα.
Κι η ταινία (σκηνοθεσία Τιμ Μιέλαντς, με τους Κίλιαν Μέρφι, Ειλιν Γουόλς, Έμιλι Γουάτσον); Είναι όμορφα γυρισμένη και ήσυχη. Φυσικά, δεν μπορεί να κάνει αυτό που κάνουν οι λέξεις. Δεν μπορεί να διεγείρει τη φαντασία όπως η κομψή πρόζα της Κίγκαν, αλλά δεν ήταν και λίγη η χαρά μου που καθόμουνα στα σκοτεινά και έβλεπα τα παγωμένα τοπία της μικρής κωμόπολης και το φορτηγάκι του Φέρλονγκ μέσα στη λάσπη και το κρύο να κάνει διανομή. Και ποιος μπορεί να σταματήσει να κοιτάζει τον Κίλιαν Μέρφι;
Η ταινία είναι ζεστή. Εκπέμπει θαλπωρή. Τονίζει (αν δεν υπερτονίζει) το παρελθόν του Φέρλονγκ που δεν ήταν εύκολο. Ο άνθρωπος δούλευε ασταμάτητα όλη του τη ζωή, για να θρέψει κάμποσα στόματα. Θα ήταν ένα τίποτα εάν μία ευκατάστατη κυρία δεν είχε περιθάλψει αυτόν και τη μητέρα του, μία κυρία «από τις ελάχιστες γυναίκες σε αυτόν τον κόσμο που έκανε ακριβώς ό,τι ήθελε» λόγω της οικονομικής της επιφάνειας.
Η οικογένεια του ενήλικου πια Φέρλονγκ δεν είναι τίποτα πλούσιοι τη στιγμή που έρχονται αντιμέτωποι με τον πόνο του άλλου. Το σπιτάκι τους είναι μικρό. Τα παράθυρα δεν κόβουν το κρύο. Την εβδομάδα των Χριστουγέννων και καθώς προβλέπονται χιόνια, το τηλέφωνο στη μάντρα χτυπάει ασταμάτητα με παραγγελίες της τελευταίας στιγμής. Ο Φέρλονγκ δεν έχει όρεξη για καβγάδες. Μακριά απ’ αυτόν τα μπλεξίματα. Όμως, η καρδιά του είναι μαλακή.

