Η κυβερνητική δυσανεξία στην κριτική του Τύπου δεν είναι νέο φαινόμενο, ούτε στην Ελλάδα ούτε αλλού. Αυτό που αλλάζει είναι οι εκβιαστικές πρακτικές της εξουσίας απέναντι στα ΜΜΕ, που υποβαθμίζουν την ελευθερία του Τύπου. Στο Ισραήλ π.χ. η κυβέρνηση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου κήρυξε πόλεμο στην εφημερίδα «Χααρέτς», απειλώντας την με οικονομικό στραγγαλισμό: τέρμα στην κρατική διαφήμιση και τις συνδρομές από κρατικούς φορείς. «Υποστηρίζουμε την ελευθερία του Τύπου και την ελευθερία έκφρασης, αλλά και την ελευθερία της κυβέρνησης να αποφασίζει να μη χρηματοδοτήσει την υποκίνηση μίσους κατά του κράτους του Ισραήλ», ήταν η επίσημη επιχειρηματολογία. «Η αλήθεια δεν μπορεί να γίνει θύμα πολέμου», απάντησε ο Αλούφ Μπεν, διευθυντής του ισραηλινού φύλλου.
Θεωρητικά το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των χωρών που διολισθαίνουν προς μη φιλελεύθερες δημοκρατίες.
Στις ΗΠΑ ο Ντόναλντ Τραμπ προετοιμάζει εδώ και μήνες το νέο μιντιακό τοπίο, βάλλοντας κατά των μεγάλων του εχθρών, των «Νιου Γιορκ Τάιμς» (ΝΥΤ) και της «Ουάσιγκτον Ποστ». O νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, που ορκίζεται τον Ιανουάριο, επιμένει να απαιτεί από τους ΝΥΤ να του ζητήσουν συγγνώμη για την αρνητική κάλυψη της υποψηφιότητάς του, ενώ στοχοποιεί προσωπικά ρεπόρτερ, όπως την έμπειρη Μάγκι Χάμπερμαν. Η εκβιαστική στάση του απέναντι στον Τύπο έχει ήδη αποφέρει καρπούς, αφού προεκλογικά ο ιδιοκτήτης της «Ουάσιγκτον Ποστ», Τζεφ Μπέζος, αποφάσισε να μην πάρει θέση η εφημερίδα υπέρ ενός εκ των δύο υποψηφίων για να αποφύγει στη συνέχεια ενδεχόμενα αντίποινα εκ μέρους του Τραμπ που θα μπορούσαν να πλήξουν επιχειρηματικά του συμφέροντα. Στο τελευταίο τεύχος του «Νιου Γιόρκερ» ο Ρόναν Φάροου, γιος της Μία Φάροου και βραβευμένος με Πούλιτζερ δημοσιογράφος, θεωρεί πιθανή την παρακολούθηση δημοσιογράφων και πολιτών με κακόβουλο λογισμικό από τη νέα κυβέρνηση.
Θεωρητικά το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των χωρών που διολισθαίνουν προς μη φιλελεύθερες δημοκρατίες, oύτε η Ελλάδα εξάλλου. Το σταδιακό ξεχαρβάλωμα της ελευθερίας του Τύπου όμως –μία απειλή εδώ, μια παρακολούθηση ρεπόρτερ εκεί, μια στέρηση κρατικής διαφήμισης παραπέρα– είναι ένα βήμα σε αυτήν την κατεύθυνση. Εχει ενδιαφέρον ότι όταν το βλέπουμε να συμβαίνει σε ξένη χώρα το αναγνωρίζουμε εύκολα και το καταδικάζουμε αμέσως. Οταν μας αφορά άμεσα, η κρίση μας θολώνει και τα αντανακλαστικά μας αμβλύνονται. Ισως επειδή οι στόχοι δεν είναι τόσο μεγάλοι και συστημικοί, όσο οι «ΝΥΤ», η «Ουάσιγκτον Ποστ» και η «Χααρέτς».

