Οι νέοι άνθρωποι που δεν εγκατέλειψαν τη χώρα τα χρόνια της μονιμοκρίσης (από το 2010 μέχρι πρόσφατα), είναι πια σε ηλικία γάμου. Και, ενδεχομένως, απόκτησης τέκνων. Και νιώθουν ριγμένοι/ριγμένες. Εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε διάφορους τομείς της ζωής, να μην είναι εκεί που θα ήθελαν να είναι στην καριέρα τους, να μην έχουν αποταμιεύσει.
Είναι απίστευτες οι πιέσεις που τους έχουν ασκηθεί. Βλέπουν συνομηλίκους τους που έφυγαν έξω ή που πηγαινοέρχονται ή που επιστρέφουν με άλλους όρους (π.χ. γιατί έχουν πτυχίο και εργασιακή εμπειρία εξωτερικού) να αποταμιεύουν, να κάνουν οικογένεια/σοβαρή σχέση, να έχουν μία προσοδοφόρα και ικανοποιητική καριέρα ή δίκτυα γνωριμιών εκτός Ελλάδας, ακόμη και εκτός ΕΕ. Αρκετοί απ’ όσους δεν σπούδασαν και δεν δούλεψαν έξω, δεν συνήψαν σχέση στο εξωτερικό και δεν έμειναν αλλού, αλλά στον τόπο τους που δοκιμαζόταν, έχουν να επιδείξουν άδειο τραπεζικό λογαριασμό, χειρότερο βιογραφικό σε επίπεδο πτυχίων και εργασιακής εμπειρίας και κάμποσα τραύματα που σχετίζονται με τα λοκντάουνς, την κλιματική καταστροφή, την εργασιακή επισφάλεια και την υπερβολική επένδυση προσωπικών πόρων σ’ ένα μέρος (ε, που δεν σκίζει κιόλας εδώ που τα λέμε).
Κάθισαν στην Ελλάδα να εργαστούν, να σπουδάσουν, να κάνουν έρευνα, ν’ ανοίξουν το σπιτικό τους και να παντρευτούν. Κι αυτό που βλέπουν είναι δυσκολίες που δεν τελειώνουν ποτέ. Ο τραπεζικός λογαριασμός αδειάζει, αντί να φουσκώνει. Όσοι έφυγαν έξω-που σίγουρα κι αυτοί πέρασαν δύσκολα, γιατί η μετανάστευση δεν είναι παιχνίδι- μπορούν να αναθρέψουν ευκολότερα τα παιδιά τους, να βάλουν χρήματα στην άκρη. Η Ελλάδα από την άλλη γίνεται ένα ζόρικο μέρος για να κάνεις παιδιά.
Για πολλούς λόγους. Ο βασικός είναι οι υλικές συνθήκες. Εάν δεν υπήρχε η ελληνική οικογένεια και η νοοτροπία της, η στήριξη ενός εκτεταμένου δικτύου γυναικών (μαμάδες, γιαγιάδες, πεθερές, αδερφές) που παρέχουν αμισθί εργασία και φροντίδα, θα ήταν σχεδόν αδύνατο με τις εργασιακές συνθήκες που επικρατούν, να κάνει κανείς παιδί. Άρα, εάν κάποιες γυναίκες στην Ελλάδα χειραφετηθούν περισσότερο, κάποιες άλλες δεν θα γίνουν μητέρες. Όλ’ αυτά λόγω της κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους πρόνοιας και του συστήματος υγείας. Η περίθαλψη και η φροντίδα έχουν ιδιωτικοποιηθεί, υπό την έννοια της εσωτερίκευσης του κόστους τους από το εκάστοτε άτομο/οικογένεια. Ένα άλλο τεράστιο ατού της χώρας, η δημόσια παιδεία, έχει απαξιωθεί σαν να μην υπάρχει αύριο (κυριολεκτικά).
Μετά είναι η ακρίβεια. Τα πάντα είναι πολύ ακριβά. Και, φυσικά, το κόστος της στέγης. Με αποτέλεσμα πολλοί να μένουν δίπλα, πάνω, κάτω ή μαζί με τη μαμά τους, ενώ έχουν ξεκινήσει τη δική τους οικογένεια. Κι είναι και το άλλο: ο καθαρός αέρας και το καθαρό νερό, ο φόβος της επόμενης πλημμύρας. Επίσης, γιατί να μεγαλώσεις το παιδί σου σ’ ένα μέρος όπου, εάν είναι γυναίκα, οι πιθανότητες να φάει ξύλο ή να υποστεί ψυχολογική κακοποίηση μέσα στο σπίτι είναι συντριπτικές;
Πιστεύω οι υποψήφιοι γονείς έχουν τους λόγους τους που θέλουν να ζήσουν στον τόπο τους, να κάνουν παιδί στην Ελλάδα. Το νιώθω-δε σχετίζονται ακριβώς με τη λογική αυτά τα πράγματα. Είναι βαθύτατα προσωπικές επιλογές που έχουν να κάνουν με την ευτυχία, το πείσμα, την αγάπη για πρόσωπα και πράγματα. Όλ’ αυτά είναι καλά και, σε κάποιον βαθμό, συγκινητικά. Αυτό που θέλω να πω, όμως, είναι ότι η συζήτηση τόσο για τη διαρροή εγκεφάλων όσο και για τον πατριωτισμό στη χώρα ήταν και παραμένει υποκριτική.
Καθώς η γενιά του «να μείνω ή να φύγω;» μεγαλώνει, εκείνη η παλιά συζήτηση για τη διαρροή μυαλών ηχεί φάλτσα. Κι ενώ θλιβερές περσόνες ανταγωνίζονται ποιος θα είναι ο πιο μεγάλος πατριώτης από τα προβεβλημένα στελέχη ενός γενικώς απογοητευτικού πολιτικού προσωπικού, η χώρα εξακολουθεί να μην φέρεται καλά σε όσους/όσες την αγαπούν. Στην πράξη, όχι στα λόγια. Είναι σαν να τους λέει «έπρεπε να είχες φύγει νωρίτερα».

