Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους. Σύμφωνα με την καταγραφή της Ελληνικής Αστυνομίας, σε δέκα μήνες του 2024 (Ιανουάριος – Οκτώβριος) σημειώθηκαν πάνω από 18.000 περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, ενώ το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι ήταν σχεδόν τα μισά. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων τα θύματα είναι γυναίκες.
Αυτοί οι αριθμοί ήρθαν ξανά χθες στην επικαιρότητα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Εξάλειψης της Βίας κατά των Γυναικών. Δεν χρειάζεται όμως η 25η Νοεμβρίου για να μας υπενθυμίζει το πρόβλημα. Κάθε φορά που η επικαιρότητα θα γυρίζει σελίδα ένα νέο περιστατικό έμφυλης βίας θα απασχολήσει. Συγκρίνοντας τα χαρακτηριστικά των υποθέσεων αναδεικνύεται ένα μοτίβο σχεδόν απαράλλαχτο. Ολα ξεκινούν και τελειώνουν από τη θεώρηση της γυναίκας ως ιδιοκτησίας. Για τους θύτες τα θύματά τους δεν μπορούν να προχωρήσουν στη ζωή τους, να υπάρξουν αλλιώς, μακριά τους. Καμία παθολογική ζήλια δεν καθοδηγεί τη δράση τους, ούτε κάποιος «παθιασμένος έρωτας», ακόμη κι αν κάθε τόσο παρόμοιες δικαιολογίες διατυπώνονται από το οικογενειακό περιβάλλον των δραστών ή εκφράζονται ανεύθυνα σε τηλεοπτικά πάνελ.
Τα τελευταία χρόνια, όσο το πρόβλημα τονίζεται και επισημαίνονται τα κενά του συστήματος που του επιτρέπουν να επιμένει, υπάρχει μια αίσθηση ότι κάτι πάει να αλλάξει ευρύτερα στον δημόσιο λόγο. Ακόμη όμως κι αν στις τηλεοράσεις ορισμένες φορές διαπιστώνεται πλέον έως ένα βαθμό κάποια αυτοσυγκράτηση, δεν είναι πάντοτε ίδια η εικόνα μέσα στις δικαστικές αίθουσες. Υπάρχει μια σχολή δικηγόρων, ανεξαρτήτως φύλου, που προσεγγίζουν τον ρόλο τους ενώπιον έδρας και ενόρκων ως θεατρικό μονόπρακτο. Δίνουν παράσταση. Μοιάζει να μην τους ενδιαφέρει εάν θα προσβάλλουν με τις παρατηρήσεις τους, τον τοξικό σχολιασμό τους, ή το ύφος των ερωτήσεών τους. Προφανώς και έχουν κάθε δικαίωμα να υπερασπιστούν τον εντολέα τους, να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία μιας καταγγελίας και να ανιχνεύσουν πιθανά κενά. Πρέπει να θέσουν και δύσκολες ερωτήσεις.
Ωστόσο και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να τηρούνται τα επαγγελματικά όρια και η δεοντολογία, τα οποία ενδέχεται να μη δύναται να θέσει ή να προασπίσει η έδρα του δικαστηρίου, ακόμη και όταν προεδρεύει γυναίκα δικαστικός. Οχι γιατί διαλέγει πλευρές. Αλλά γιατί, όπως φαίνεται, υπάρχει δομική άγνοια στο πώς προσεγγίζονται αυτές οι υποθέσεις, στο τι σημαίνει τραύμα και πώς δρα στον ψυχισμό του θύματος ο μηχανισμός του. Οι νόμοι για την ενδοοικογενειακή βία θα αλλάξουν με τις νέες διατάξεις που προωθούνται. Θα συμβεί όμως το ίδιο και με τη νοοτροπία;

