Έχω βαρεθεί πραγματικά να διαβάζω κουτσομπολιά για συγγραφείς με τη μορφή της «κατάδυσης στην ψυχή» του καλλιτέχνη. Συνήθως θα είναι κάτι σεξουαλικό ή άλλες πληροφορίες που θα δείχνουν πόσο «τέρας» ήταν ο μεγάλος καλλιτέχνης. Αποδεικνύεται πως οι μεγάλοι δημιουργοί δεν είναι άγγελοι, αλλά αντιφατικοί άνθρωποι με πάθη και λάθη! Από χτες κυκλοφορεί μία είδηση πως «ο Μακάρθι είχε δεκαεξάχρονη μούσα».
Να μια στιγμή σύγχρονης ηδονοβλεψίας. Το Vanity Fair που έβγαλε το λαβράκι τιτλοφορεί το σχετικό άρθρο ως όφειλε, μελοδραματικά: «Η Κρυφή Μούσα Του Κόρμακ Μακάρθι Σπάει τη Σιωπή της Μετά από Μισό Αιώνα: Τον αγαπούσα. Ήταν η Ασφάλειά μου». Κι ο υπότιτλος φροντίζει να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά: όταν ήταν 42 ο Κόρμακ Μακάρθι ερωτεύτηκε ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι που γνώρισε στην πισίνα ενός μοτέλ. Η Augusta Britt θα γινόταν μία από τις πιο σημαντικές-και κρυφές-εμπνεύσεις στην ιστορία της λογοτεχνίας» κλπ.
Το βαθύτατα ηδονοβλεπτικό δημοσίευμα που ελάχιστη σχέση έχει με τη λογοτεχνία, είναι συγκλονιστικά αδιάφορο. Τι μάς νοιάζουν πραγματικά τα άπλυτα (αν θεωρηθούν άπλυτα) των μεγάλων συγγραφέων που βγαίνουν στη φόρα; Τι περίεργος συντηρητισμός είναι αυτός που διέπει την εποχή μας; Πριν λίγο καιρό η Alice Munro κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν και πολύ καλή μητέρα, γιατί δεν εμπόδισε, σύμφωνα με ισχυρισμούς, την κακοποίηση του παιδιού της και ο κόσμος στο διαδίκτυο άρχισε να τρελαίνεται και να γράφει «οκέι θα πετάξω τα βιβλία της στα σκουπίδια». Μα, η ιστορία της τέχνης δεν είναι βίοι Αγίων.
Η Britt φροντίζει να αυτοπαρουσιαστεί σαν μούσα/μελοδραματική περσόνα. «Τον αγαπούσα, κάναμε σεξ όταν ήμουν δεκαεφτά». Αφού του αποδώσει θετικά γνωρίσματα (ποιος νοιάζεται; είναι ο συγγραφέας του Αιματοβαμμένου Μεσημβρινού!) και πει πόσο της έσωσε τη ζωή, δηλώνει κι αυτή το πρόβλημά της: «δεν μού άρεσε που έγραφε για μένα». Αχ, μα ένας συγγραφέας θα γράψει για ό,τι του κάνει κέφι. Ένας/μία αληθινός/αληθινή συγγραφέας δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.
Τι έκανε ο Μακάρθι στο μοτέλ; Πώς ήταν να ταξιδεύει στο Τέξας με το δεκαεξάχρονο; Μάς τρέχουν τα σάλια για τέτοιες πληροφορίες. Όμως, ο Μακάρθι, έχει γράψει ορισμένα πραγματικά σπουδαία έργα. Δεν τον έχω διαβάσει όσο θα ήθελα. Πρέπει να επιστρέψω σε αυτόν, να διαβάσω κι άλλο. Αλλά θα στενοχωριόμουν πολύ, εάν ο κόσμος άρχιζε να ασχολείται με τα προσωπικά του, αντί να μελετήσει πρώτα καλά καλά το έργο του. Ο κόσμος θα έχανε, όχι ο Μακάρθι, φυσικά.
Όταν ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ χρησιμοποίησε ιστορίες της οικογένειάς του γράφοντας για τον αλκοολισμό του πατέρα του και για το πόσο απόμακρος ήταν, οι συγγενείς του τον κυνήγησαν. Παρά τις πιέσεις της δημοσιότητας και την παγκόσμια φήμη, ο Κνάουσγκορντ, που έχει πολλάκις δηλώσει ότι το γράψιμο πρέπει να έχει αψηφισιά, περιφρούρησε τη συγγραφική του διαδικασία. Μετακόμισε, μονώθηκε, εστίασε στο μόνο σημαντικό, τη λογοτεχνία, και μάς έδωσε κάμποσες ακόμη εξαιρετικές σελίδες (βλ. το Morning Star, για παράδειγμα). Ο τύπος εξακολουθεί να γράφει σαν μοναχικός λύκος στο κέντρο του Λονδίνου. Δεν είναι αυτός ο αέρας ελευθερίας το προσδοκώμενο από τις/τους καλλιτέχνες;
Υπάρχει ένα σπάσιμο της εμπιστοσύνης όταν βγαίνουν και λένε τα άπλυτα των συγγραφέων οι άνθρωποι που τάχα τους ενέπνευσαν. Συγγνώμη που θα σας το πω, αλλά εμπειρίες έχουν όλοι οι άνθρωποι. Όλοι έχουν συγγενείς που τους εκνευρίζουν. Όλοι έχουν αντιμετωπίσει αρρώστιες, θανάτους αγαπημένων, βαρετούς φίλους, αποτυχημένες σχέσεις με απαίσιους ανθρώπους, βία. Δεν γίνεσαι συγγραφέας επειδή είχες κάποιες εμπειρίες, αλλά επειδή έχεις έναν τρόπο να βλέπεις τα πράγματα. Οι ίδιες οι ιστορίες δεν έχουν πατέρα και μητέρα. Η τύχη τους κρίνεται από το πώς θα τις πεις.

