Αυτοί που τολμούν

2' 13" χρόνος ανάγνωσης

Σάββατο, παραμονή Μαραθωνίου δρόμου σε μία πόλη που δεν αρκείται στη διεξαγωγή της κλασικής διαδρομής, αλλά διοργανώνει παράλληλα και μικρότερους αγώνες (των 5 και των 10 χλμ.), έτσι ώστε να εδραιώνεται στους πολίτες η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει κανείς στη δημόσια διοίκηση που να τους σκέφτεται. Κλειστοί και… ολίγον ανοικτοί δρόμοι καθιστούν την πρόσβαση από το κέντρο προς τα νότια προάστια σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες.

Μια δύσκολη πόλη σαν την Αθήνα έχει τεράστια ανάγκη από θετικές συναντήσεις με το αναπάντεχο, το μαγικό, το φευγαλέο.

Αλλά ο σημερινός Αθηναίος είναι εξασκημένος και ευρηματικός. Θα πάρει το ασφυκτικά γεμάτο λεωφορείο μέχρι ένα σημείο (γιατί το μποτιλιαρισμένο όχημα χρειάζεται 20 λεπτά για να διασχίσει 100 μέτρα…), στη συνέχεια θα κατέβει, θα περπατήσει ως άλλος Ιησούς σε μια θάλασσα από καθηλωμένα μηχανάκια και Ι.Χ., και ως εκ θαύματος θα βρεθεί μπροστά σε ένα εντελώς άδειο, αυτή τη φορά, λεωφορείο που θα τον πάει μέσα σε πέντε λεπτά στον προορισμό του. Τα μυστήρια της Αθήνας…

Ο προορισμός είναι το Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το κατά κόσμον «Νιάρχος» (σκέτο), για την (εξαιρετική, όπως αποδείχθηκε) έκθεση «Τομή ’74. Από τη Δικτατορία στη Δημοκρατία» στους θαυμάσιους χώρους της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Το κτίριο μπορεί να χάνει σε μνημειακότητα και αρχιτεκτονική γοητεία, αλλά είναι μονίμως γεμάτο από φοιτητές, σπουδαστές, ερευνητές που αξιοποιούν τις υποδομές του για να κάνουν τη δουλειά τους. Και πολύ συχνά διοργανώνει και φιλοξενεί σημαντικές εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ απαιτείται ειδική μνεία στις θαυμάσιες εκδόσεις της τελευταίας περιόδου, που ταυτίζεται με τη μετακόμιση από το Βαλλιάνειο Μέγαρο στο συγκρότημα του Κέντρου Πολιτισμού και πιστώνεται στην άξια διοίκηση του οργανισμού. Είναι όλα αυτά μια μικρή παρηγοριά για την αποψίλωση του αθηναϊκού κέντρου από ισχυρούς πνευματικούς πυλώνες, όπως η Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος. Ευτυχώς, οι εκπλήξεις εκείνης της ημέρας δεν είχαν τελειώσει εδώ.

Μπαίνοντας στο κτίριο με τράβηξε σαν μαγνήτης το άκουσμα μιας οικείας μελωδίας. Ξαφνιάστηκα τόσο πολύ στο άκουσμά της, που αναζήτησα αμέσως την προέλευσή της. Δεν μου πήρε χρόνο. Σε μια ανοιχτή αίθουσα ένας κύριος έπαιζε στο πιάνο συνθέσεις αγαπημένων Ελλήνων συνθετών της λεγόμενης «ελαφράς» μουσικής, δηλαδή Χατζηνάσιου, Σπανού και Πλέσσα. Η ατμόσφαιρα ήταν χαλαρή, δεν υπήρχε εισιτήριο, ο κόσμος καθόταν όσο ήθελε· αν ήθελε. Το ένα (γνώριμο) τραγούδι έφερνε το άλλο, γρήγορα κυριάρχησε μια ατμόσφαιρα ακούσιας συνωμοσίας και τρυφερότητας. Τι ωραία τροπή μπορεί να πάρει η μέρα αν κάποιοι έχουν φροντίσει γι’ αυτό. Και πόσο ανάγκη έχουμε αυτές τις μικρές, θετικές ανατροπές σε μια δύσκολη, αφύσικη κι εν τέλει απανθρωποποιημένη καθημερινότητα! Κατόπιν εορτής έμαθα ότι πρόκειται για άτυπο «θεσμό» της Εθνικής Βιβλιοθήκης: το πιάνο είναι εκεί, κουρδισμένο και διαθέσιμο για όσους «τολμηρούς» επιθυμούν να παίξουν μπροστά στο φευγαλέο κοινό τους. Μπράβο σε όσους το σκέφτηκαν, μπράβο σε όσους τολμούν.

comment-below Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή

Editor’s Pick

ΤΙ ΔΙΑΒΑΖΟΥΝ ΟΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΤΕΣ

MHT