Λένε πως ο Διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Κατ’ αναλογία, το κακό έχει πολλά πρόσωπα. Και πολύ διαφορετικά μεταξύ τους. Το πρόσωπο του κακού αλλάζει από εποχή σε εποχή, όπως και από κοινωνία σε κοινωνία.
Κάποτε δεν ήταν κακό να βασανίζει ανθρώπους η Ιερά Εξέταση. Εθεωρείτο «θεάρεστο» το έργο της. Μια στρεβλή κανονικότητα ήταν για την πλειονότητα των Γερμανών της δεκαετίας του ’30 οι διώξεις των Εβραίων ή τα λιντσαρίσματα των μαύρων για πολλούς Αμερικανούς.
Σήμερα, στη Σαουδική Αραβία δεν είναι κακό να αποκεφαλίζεις ανθρώπους. Υπάρχουν άνθρωποι και στη δική μας κοινωνία που θα ήταν πολύ ευχαριστημένοι αν ορισμένα ποινικά αδικήματα τιμωρούνταν με θάνατο.
Το κακό είναι αντιφατικό – όπως και η ανθρώπινη φύση. Η ειρωνεία είναι ότι όσες φορές προσπάθησαν πολιτικοί ηγέτες να εκμηδενίσουν τις αντιφάσεις, το κακό επέστρεφε εκδικητικά. Ο κομμουνισμός, για παράδειγμα. Οπου εφαρμόστηκε, σε όλες του τις παραλλαγές, δημιούργησε τέρατα. Και άφησε πίσω του ρημαγμένη γη. Κάποιες από τις χώρες που τον υπέστησαν, σήμερα υφίστανται μια άλλη αισχρή συνθήκη, αυτή του ασύδοτου καπιταλισμού του υποκόσμου (βλέπε Ρωσία) ή των νοσταλγών του απολυταρχισμού (βλέπε Ουγγαρία).
Η αντίληψη, πάλι, που θέλει έναν καπιταλισμό κάτι σαν αναπότρεπτη μοίρα δίχως εναλλακτική ή εσωτερικά αντίβαρα ελέγχων και ισορροπιών, είναι και αυτή ένα άλλο πρόσωπο του κακού σήμερα. Την ενσαρκώνει ο Τραμπ στην Αμερική και την οφείλουμε στην παρακμή των φιλελεύθερων δημοκρατιών, που επέτρεψαν στη χρηματοοικονομία να πατάξει σχεδόν κάθε έννοια πολιτικής φιλοσοφίας.
«Το κακό είναι ακαλλιέργητο, κιτς, κοινότοπο», γράφει ο Τέρι Ιγκλετον στο «Περί κακού» (μτφρ.: Γ. Μαραγκός, εκδ. Πεδίο), βιβλίο που αγγίξαμε την εβδομάδα που μας αφήνει. Συνεχίζει ο Ιγκλετον σχετικά με το κακό: «Εχει τον γελοίο στόμφο του κλόουν που προσπαθεί να προσποιηθεί τον αυτοκράτορα». Καλύτερη περιγραφή για τον Ντόναλντ Τραμπ δύσκολα μπορεί να βρεθεί. Οπως όμως και για τον περίπου σύμμαχό του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Πέραν αυτών, όμως, μια πολύ καίρια παρατήρηση που κάνει ο Ιγκλετον είναι η ακόλουθη: «Το κακό φέρνει τρόπον τινά μια μείωση πνευματικού επιπέδου». Ισως να είναι μια αυτονόητη διαπίστωση, πλην όμως ξεχασμένη στις μέρες μας.
Στους αιώνες της κυριαρχίας του χριστιανισμού, η μείωση του πνευματικού επιπέδου ταυτιζόταν με τις αμαρτίες της σάρκας. Σήμερα, τη βλέπουμε σε πολιτικούς ηγέτες, αλλά και κοινωνίες, που η πνευματική τους συνθήκη δεν είναι απλώς φτωχή αλλά ενίοτε και ανύπαρκτη.
Και όταν λέμε ότι ο φιλελευθερισμός ενέδωσε στην άτυπη δικτατορία «της αγοράς» εις βάρος αξιών και αρχών, ωθώντας πολύ κόσμο σε τραμπικού τύπου εμπόρους που κραυγάζουν ακατάπαυστα, εννοούμε αυτή τη δραματική έκπτωση του πνευματικού επιπέδου. Το κακό είμαστε εμείς οι ίδιοι και δεν το ξέρουμε.

